Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Το Ελληνικό στην αντιστασιακή λογοτεχνία - Ο Τάσος Τασούλης του Θράσου Καστανάκη

Εικονογράφηση: Ράνια Βαρβάκη, Εκδόσεις Αρδηττός 1987
Άμα έβλεπες την Ασημίνα, καταλάβαινες το πώς θα ήταν οι αληθινές αρχόντισσες κι ας την έδερνε η φτώχεια από γενεές. Καθότανε με τον Τάσο Τασούλη, τον εγγονό της, σ΄ ένα χαμώγι, πάνω στα Σούρμενα, και κάθε πλούσιο σπίτι στο Ελληνικό γύρευε να την έχει παραδουλεύτρα του. Μπορεί να προστάζουν οι κυράδες τρεις και τέσσερις υπηρέτριες, ωστόσο ανεβαίναν τους κακοτράχαλους δρόμους ως τη «βίλλα» της που έλεγε, να την καταφέρουνε ναρθεί μια τουλάχιστον φορά τη βδομάδα να «βάλει τα πράματα στη θέση τους». Στην πλύση, στο σίδερο δεν είχε ταίρι της. Κι όσο για καθαριότητα… Όταν έπαιρνε το σφουγγαρόπανο στα χέρια, τρέμαν παρκέτα, τζάμια και παράθυρα.

«Πόσο χρονών είσαι, Ασημίνα;»
«Εβδομήντα και … Να μην τα ξαναλέμε.»
Δε θάλεγα ούτε πενήντα.»
«Βέβαια, και δε θάλεγες!» απαντούσε με τη χοντρή φωνή της και τρέμουν οι πόρτες καθώς τις έβαζε μέσα στα σκέλια της για να τις τρίψει. «Εμείς οι Ταταυλιανές, έτσι είμαστε. Δε μας στρέγουν τα γερατειά, κοπέλα μου.»
Το κορμί της, άμα το στύλωνε για να το ξεκουράσει είχε αντρίκεια λεβεντιά, τα μάτια της, μεγάλα, ολοζώντανα σε κοιτάζανε με μια ρομαντική έκφραση και μόνο στο στόμα, στα χείλια και στα δόντια της, μπορούσες να δεις τη μεγάλη της ηλικία. Το ίδιο καταλάβαινες τα πολλά τα χρόνια κι από το ρούχο της, μια ρόμπα που κάποτε θάτανε μαύρη και που τώρα από το πλύνε-πλύνε είχε καταντήσει, γκρίζα, με κάτι άσπρους πελώριους λεκέδες σα μπαλώματα πίσω στη ράχη της και στο στήθος. Μ΄ αυτή τη ρόμπα όλοι οι σύγχρονοι τη θυμούνται να πηγαινοέρχεται καθημερινές και Κυριακή, χειμώνα καλοκαίρι, και με τα πάνινα παπούτσια της, κάτι άσπρα αντρικά που από κάπου θα της τάχανε χαρίσει κι πάντα τάβλεπες φρεσκοβαμμένα στα πόδια της να συμπληρώνουνε την αγαπητή κι αλησμόνητη τυραννισμένη της εμφάνιση.
«Ώρα καλή, κυρά Ασημίνα!»
«Καλημερούδια σου, παιδί μου,» αποκρινόταν γρήγορα και τραβούσε το δρόμο της στου Δημάκου του γιατρού, ή στου καπετάνιου, ή στου Στρατηγού, ή στου Δάσκαλου να δει τι κάναν τα ανεπρόκοπα «δουλικά της σήμερον», και να βάλει τάξη και καθαριότητα.
Ήτανε από τα Ταταύλα της Πόλης, απ΄ όπου είχε έρθει πρόσφυγας πριν χρόνια, με την κόρη της. Τον άντρα της, τον περίφημο Τάσο πούτανε φόβος και τρόμος του κάθε Τούρκου, στον άλλο πόλεμο, τον σκότωσαν οι «ζαπτιέδες» στα 18 λίγο πριν από την ανακωχή, σε μια συμπλοκή πούγινε στο Καρλίκι. Τον γαμπρό της τον Περικλή, που κι αυτός δεν χωράτευε και ήταν το δεξί χέρι του πεθερού στα περί μάχαιρα και πατρίδα, τον είχαν πάρει οι Τούρκοι, τον ανακαλύψανε και τον πιάσαν πάνω στο βαπόρι ίσα ίσα που τους φευγάτιζε για την Ελλάδα. Άγνωστο πού τον πήγαν και τι έγινε. Έτσι έφτασε η Ασημίνα, με την κόρη της σ΄ ενδιαφέρουσα, σε κάτι παράγκες στην Καισαριανή.
«Είχα γνωρίσει, βέβαια, δύσκολες μέρες στη ζωή μου, ωστόσο αφότου ήρθαμε στην πατρίδα η φτώχεια και η πείνα, κι οι ατιμίες ήταν άλλο πράμα να το λες κι άλλο να το βλέπεις. Ας είναι! Μεγάλο κακό κι απίστευτο. Ας είναι! Στον τέταρτο μήνα που φθάσαμε, λευτερώθηκε η κόρη μου. Μα τι αγόρι ήταν εκείνο; Θαρρείς πως τα βάσανα κι οι στέρησες αντί να το σκοτώσουμε, το θρέψανε και το αντρειώσανε μέσα στα σπλάχνα της ! Έτσι τα φέρνει η τύχη στον κόσμο τούτον τον επά… Ένα αγόρι που τρίβαν οι γιατροί τα μάτια τους. Μα τι να σας τα λέω, τον ξέρετε τον Τάσο μου, ολόφτυστος ο παππούς του, από σβελτάδα, από προκοπή, κι από δύναμη, που σίδερο δηλαδή να πιάσει στο χέρι του, μολύβι το κάνει και το λυγάει».
«Κι η μητέρα του;» ρωτούσαν οι καινούργιες κυράδες του Ελληνικού.
«Αυτή συχωρέθηκε. Μόλις που ο Τάσος άρχισε να περπατάει και να βάζει μπρος τα λογάκια του, «πώς σε λένε μωρό μου;» τον ρωτούσανε, «Τάσο Τασούλη!» αποκρινόταν το άτιμο… και άμα κουβαληθήκαμε εδώ στα Σούρμενα κι έφτασα τη «βίλα» μου, η κόρη μας άφησε χρόνους. «Εσύ, μάνα!» μου είπε. Τι να μου πει περισσότερα; Τα λόγια είναι φτώχεια. Εγώ μάνα, και κύρης, και παππούς και γιαγιά, όλα εγώ.»
«Για τον Τάσο Τασούλη…»
«Ναι το άτιμο!»
Εικονογράφηση: Ράνια Βαρβάκη, Εκδόσεις Αρδηττός 1987
Τώρα την Κυριακή την παίρνει από το μπράτσο και την κουβαλάει ως κάτω στην παραλία του Ελληνικού, που κάνει μπάνια ο κόσμος, την καθίζει σ΄ ένα τραπεζάκι, της παραγγέλνει το ούζο της και κάτι μεζέδες. Πετάει ύστερα τα ρούχα του ο Τάσος Τασούλης και με το μπανικό που το φοράει από μέσα, τρέχει με την παρέα του, με τα καλύτερα παιδιά και πέφτουνε στη θάλασσα. Περνάει η ώρα, κι ο νους της βουτάει στα παλιά, στα χτεσινά και στα σημερινά της. Μπρος στα ολοζώντανα ρομαντικά της μάτια προβάλνει θολή η εικόνα του Αϊ Δημήτρη, στα Ταταύλα της, ο Δεσπότης που έβγαινε στον αυλόγυρο το δειλινό ανάμεσα από τα κυπαρίσσια και καμιά φορά την αντάμωνε, του φιλούσε το χέρι εκείνη, κι άγιος άνθρωπος της έλεγε: «Να προσέχει ο Τάσος, κάνει μεγάλες πράξεις, αλλά να προσέχει, το Έθνος χρειάζεται να έχει παρόμοια λαμπρά τέκνα…» Μα ο Τάσος δεν άκουε. «Σε χρειάζεται το Έθνος, μου είπε ο Δεσπότης…».- «Αν πρόσεχα, δε θα με χρειαζόταν!» βαβούριζε εκείνος και θύμωνε. Μα τι γλύκα που την είχε ο θυμός του! Ωστόσο, μια αυγινή τον βρήκαν σκοτωμένο κάτω στο Κιρλίκι, τέσσερις μαχαιριές. Τα χρόνια περάσανε. Τώρα ο Τάσος Τασούλης, ο εγγονός, που δεν τον γνώρισε τον παππούλη, πηγαίνει ωστόσο στα αχνάρια του, γίνεται ο ίδιος και χειρότερος. Μόνο που αυτός μαθαίνει και γράμματα, που ο παππούλης δεν ήθελε ούτε να τα δει, ούτε να τα ακούσει. Άμα βγαίνει από τη θάλασσα με τους συντρόφους του, ακούει η Ασημίνα το σούσουρο: «ο Τάσος Τασούλης πήγε ως τον Άγιο Κοσμά…Άνθρωπος είναι; Δελφίνι είναι;» Η Ασημίνα κάνει πως δεν ακούει. Κάνει πως δεν τον βλέπει, αλλά μόλις γυρίσει εκείνος τη ράχη του να ντυθεί, κοιτάζει αχόρταγα το δυνατό κορμί του, εκείνα τα μπράτσα του, τον άγριο λαιμό, όλη εκείνη τη σάρκα που την έθρεψε και τη μεγάλωσε με το μεροδούλι της στα ξένα σπίτια, η καρδιά της ξεχειλά από κρυφές χαρές από την περηφάνια της και τις ελπίδες της και θέλει κάτι να πει, μα τα μάτια της βουρκώνουνε κι ούτε από μέσα της μπορεί να μιλήσει. «Πάμε, μανούλι;» ρωτά ο Τάσος. Η γιαγιά σηκώνεται και τραβάει πρώτη στον ανήφορο, ως που την αρπάζει εκείνος και την κρατά κοντά του, να πηγαίνουνε μαζί και να την πειράζει. «Μη με πιλατεύεις!» του λέει και του χαμογελάει όπως χαμογελούν τα πιο δροσερά κορίτσια της γης. Κι άμα φτάσουν σπίτι και στήσει τη φουβού της για το μεσημεριανό, και τον ακούει που της κόβει έξω στην αυλή τα ξύλα, σταυροκοπιέται η Ασημίνα. «Σε δοξάζω, Θεέ μου. Κύριέ μου…» και φέρνει τα μάτια της με ευλάβεια στη γλυκιά ερημιά του δρόμου, στα χαμηλά σπίτια της γειτονιάς, τα ανεβάζει τα μάτια της και τα στυλώνει στις πλαγιές του Υμηττού: «σε δοξάζω, Κύριέ μου.».
Όταν έγινε ο Αλβανικός έτρεξε, ο Τάσος Τασούλης να φύγει εθελοντής. «Δεν παίρνουμε εθελοντές, του είπανε. Περίμενε. Σε ένα δυο χρόνια θα καλέσουμε την ηλικία σου. Μπορεί και νωρίτερα». Τα ξομολογήθηκε στη γιαγιά του. «Τι να γίνει, του είπε κι αυτή, περίμενε.» - «Και στο μεταξύ;» ρώτησε ο Τάσος τασούλης με τη φωνή του θυμωμένη, με τα μάτια του όλο φλόγα κι αστραπές. – «Στο μεταξύ, κάνε το κατά δύναμη!»
Εικονογράφηση: Ράνια Βαρβάκη, Εκδόσεις Αρδηττός 1987
Στο μεταξύ ήρθαν ένα σωρό Εγγλέζοι στρατιώτες και στρατοπεδέψανε από τα Τρίκορφα και το Αεροδρόμιο του Χασανιού ως κάτω στα Πευκάκια της Γλυφάδας.  Κάτι ήσυχα παιδιά ως εκεί πάνου, γλυκομίλητα, που ο Τασούλης έγινε αχώριστός τους κι η Ασημίνα, μόλις τελείωνε τις δουλειές της, τραβούσε ένα γύρο ανάμεσα στις σκηνές τους να τους κάνει έτσι σα να λέμε μιαν επιθεώρηση. Ο καλύτερος της παρέας του Τασούλη ήταν ένας Σκωτσέζος, κάπου εικοσιδύο χρονώ, θεριό άντρας και με κάτι μάτια σα ντροπαλής κορασίδας.  Αυτόνε ξεχώρισε η Ασημίνα. Της έδωσε ένα πακέτο τσάι, κάτι κονσέρβες.
« Ε! όχι δα παιδάκι μου, να μη σου τα στερήσω, εσείς είστε σήμερα εδώ, αύριο παραπέρα, στρατιώτες άνθρωποι, μπορεί να σου χρειαστούνε!» Εκείνος την άκουε, κουνούσε το κεφάλι του κι επέμενε. Της τάβανε μες στην ποδιά της. Τα πήρε η Ασημίνα και την άλλη μέρα, και την παράλλη, ό,τι αυγό έβρισκε στο κοτέτσι της ίσα στο φίλο. «Αυγά της ημέρας, Τζόνη μου. Δεν έχετε. Δηλαδή κι εσείς θάχετε στον τόπο σας, μα τώρα εδώ είναι ξενιτιά για σας, στρατιώτες άνθρωποι…» Ο στρατιώτης έκανε ν’ αρνηθεί, η Ασημίνα αγρίεψε, του είπε ένα σωρό θυμωμένες κουβέντες που του τις εξήγησε ο εγγονός – γιατί αυτός είχε πάει δύο χρόνια στο κολέγιο και τα κατάφερνε με τους συμμάχους. «Πες του πως τα θηλυκά του Μπεκρή μου, γεννούν εν τάξει. Μάρτης μήνας είναι, και να μη στεναχωριέται!»  
Ο Μπεκρής ήταν ο κόκοράς της και τα θηλυκά του οι δύο παρδαλές κοτούλες, οι μονάκριβες πούχε στο κοτέτσι της. «Πες του, πως αν όλα πάνε καλά, τα θηλυκά του Μπεκρή, θα γίνουν τέσσερα, πες του να καταλάβει». Η φιλία του περίσσεψε. Κατά το «Τάσος Τασούλης», τον είχε βγάλει και τον Εγγλέζο Τζόνη Τζονάκη, σα νάταν αυτό το όνομα και το παράνομά του κι έτσι τον έκανε γνωστό στην περιοχή. Πολλές φορές το βράδυ που γυρνούσε από τη δουλειά της, έβρισκε το στρατιώτη που καθάριζε, έσιαζε, κάρφωνε στο κοτέτσι με τον Μπεκρή καταπόδι του, όπου ο Μπεκρής τον είχε μάθει και πήγαινε και τσιμπολογούσε τις αρβύλες του. «Άκουσε, Τζονάκη, του λέγε η Ασημίνα, δε θέλω να μου αλλάζεις τα χούγια του Μπεκρή… Άσε τη σκεπή του ήσυχη, θέλει αέρα το ζώο!» Κάτι της αποκρινόταν εκείνος να της εξηγήσει. «Αυτό που σου λέω!» μουρμούριζε η Ασημίνα και πήγαινε να τραβήξει νερό από το πηγάδι της.
Εικονογράφηση: Ράνια Βαρβάκη, Εκδόσεις Αρδηττός 1987
Ώσπου ξαφνικά, ένα πρωινό που κατέβαινε να πάει να βάλει πλύση στου Δασκάλου, ακούστηκαν οι σειρήνες να χαλούν τον κόσμο.
«Τι τρέχει πάλι; Δουλειά δεν έχουν…» μουρμούρισε η γριά, μα ως που να φτάσει στην Ταβέρνα του Βιτάλη, της είπαν τρομαγμένοι περαστικοί πως οι Γερμανοί, λέει μας κηρύξανε τον πόλεμο και μας χτυπούσανε τα σύνορα. «Ε! θα τους χτυπήσουμε κι εμείς! Όπως την έπαθε ο Μουσουλίνης θα το πάθουνε κι αυτοί. Τα ίδια και χειρότερα …»
Με τις μέρες που ακολουθήσανε, με την καταστροφή που άπλωνε παντού, δεν έδειξε καμιά τρομάρα η Ασημίνα. Μόνο τα χείλια της είχανε στενέψει περισσότερο, μόνο στα μάτια της είχε γίνει μια αγριάδα παράξενη και σκληρή.
Εικονογράφηση: Ράνια Βαρβάκη, Εκδόσεις Αρδηττός 1987
Με αυτήν την αγριάδα αντίκρισε τους Γερμανούς που ήρθαν μια νύχτα σπίτι της, μεσάνυχτα να πιάσουν το Τζόνη Τζονάκη και τον εγγονό της. «Ο εγγονός σου έχει μαζί του έναν Εγγλέζο!» της είπε ο διερμηνέας, ένας δικός μας, παλιοτόμαρο, ο Ζούζουκας που λέγανε. «Άσε μας να περάσουμε, θα γίνει έρευνα!» φώναξε ο Ζούζουκας κι οι τρεις Γερμανάράδες σηκώσανε τα αυτόματα. Η Ασημίνα αγρίεψε περισσότερο, άρπαξε τον ένα Γερμανό από το λαιμό: «Μωρέ, πες τους έτσι με τα άρματα μιλάνε στις γιαγιάδες τους! Μωρέ, ας με χτυπήσουνε!» Κάτι μετάφρασε ο Ζούζουκας, οι Γερμανοί αρχίσανε να γαυγίζουν συναμεταξύ τους, κάτι πάλι είπε η Ασημίνα, πάλι ο Ζούζουκας μετάφρασε, πέρασε η ώρα, κι άμα στο τέλος μπήκανε μέσα οι εχτροί να κάνουν έρευνα, ούτε Τζονάκη βρήκανε ούτε Τασούλη. Πέρασαν οι μέρες πέρασαν οι βδομάδες κι οι μήνες. Παραμονές Χριστούγεννα της ήρθε ένα μήνυμα από τον εγγονό πως είχε πάρει τα βουνά και πως φευγάτισε, λέει, το Τζόνη στην πατρίδα του.
Εικονογράφηση: Ράνια Βαρβάκη, Εκδόσεις Αρδηττός 1987
Τάκουσε η Ασημίνα κι ούτε είπε μια κουβέντα, γιατί τώρα είχε στο καλύβι της, τέσσερις εχτρούς, που μένανε στο μπροστινό, το κύριο δωμάτιό της κι αυτή πλάγιαζε στο μαγειριό. Δεν μπορούσε να πει πως ήταν κακοί άνθρωποι. Της φερνότανε ευγενικά, δίνανε κάτι μουχλιασμένα ψωμιά στο Μπεκρή και στα θηλυκά του, φρόντιζαν, πλέναν την κάμαρή τους, ο ένας τους είχε μια φυσαρμόνικα, κι έπαιζε, της μιλούσανε, μα η Ασημίνα καμιά ακρόαση. Ούτε να τους κοιτάζει έστρεγε. Ήξερε τις ατιμίες που κάναν στα γύρω χωριά, τις κλεψιές τους, το πώς είχε ορφανέψει εξαιτίας τους απ άκρη σ άκρη η Ελλάδα. «Ο καθένας τους χωριστά, έλεγε η Ασημίνα, μπορεί νάναι άνθρωπος σαν κι εμάς. Μα όλοι τους μαζί είναι γουρούνια αιμοβόρα, όπως δεν εγίνανε ποτές τα γουρούνια. Ε! κι εμείς πάμε να τους ξολοθρέψουμε όλους μαζεμένους, όχι έναν ένανε χωριστά. Εν τάξει είμαστε!…».

Κατόπιν της ήρθε δεύτερο μήνυμα από τον Τάσο Τασούλη, πως είχε κι άλλα παλικάρια μαζί του και πως βρισκόντουσαν όλοι μαζί εκεί δίπλα ανάμεσα Κορωπί και Φλέβες. Κατόπιν έγινε ένα σαμποτάζ στο αεροδρόμιο όπου δύο αεροπλάνα μόλις που πετάξανε τσακίστηκαν και πέσανε στον Αϊ Γιάννη. Κατόπι, μια νύχτα άρπαξε φωτιά το υπόστεγο στο Καλαμάκι. Κατόπι κάτι τετρακινητήρια στον Άγιο Κοσμά, καπνός και στάχτη. Κι ένα δεύτερο υπόστεγο, τέλειο πράγμα που τόχαν στήσει κάτι σπουδαίοι μηχανικοί από τη Φραγκφούρτη. Πάει κι αυτό. Η Ασημίνα τάκουε, τάβλεπε. «Εδώ Τάσος Τασούλης μου μυρίζεται», έλεγε μέσα της κι όταν της είπε η παρακόρη του Στρατηγού πως βρήκαν σκοτωμένο το Ζούζουκα στο Παλαιό Φάληρο, έξω από το ξενοδοχείο του «Γιαρουμπή», η Ασημίνα βεβαιώθηκε πως ο εγγονός της είχε το δαχτυλάκι σ αυτά όλα τα έργατα.  Για τούτο καθόλου δεν ξαφνιάστηκε άμα της κουβαλήθηκαν από την αστυνομία και την ειδοποιήσανε πως το είχαν πιάσει το παιδί και το κρατούσανε στις στρατιωτικές φυλακές της Βουλιαγμένης. «Τον έχουν για τουφέκι…» της είπανε. Την Πέμπτη πήγε και τον είδε. Τον είχαν πίσω από τα σύρματα. Δεν τον γνώρισε στην αρχή εξαιτίας τα γένια του … «Μανούλα, είσαι τρέλα!» - «Άτιμο παιδί, δε φοβήθηκες δεν σωφρονίστηκες …»
- «Δε φοβήθηκα …» της αποκρίθηκε.
Η Ασημίνα κατάλαβε πως το κακό πια θα γινόταν. Πήρε το Μπεκρή και τα θηλυκά του, τα πήγε στην παρακόρη του Στρατηγού: «Κρατήστε τα εδωπέρα ως που να δούμε …» Δέκα δώδεκα μέρες ύστερα της φέραν από την αστυνομία τα ρούχα του παιδιού, την ταυτότητα του: «Προχτές τον τουφεκίσανε, με δεκάξι άλλους … Θα το γράψει κι η εφημερίδα αύριο …».
Πρώτη φορά στη ζωή της αγόρασε εφημερίδα η Ασημίνα και το διάβασε.
Εικονογράφηση: Ράνια Βαρβάκη, Εκδόσεις Αρδηττός 1987
Ανέβηκε στην καλύβα της και περίμενε. Η νύχτα ήταν βαθιά. Ο Γερμανός έπαιζε τη φυσαρμόνικα κι οι άλλοι τρεις τραγουδούσανε νυσταγμένοι. Περίμενε… Ύστερα πήγε απ΄ όξω, έβαλε την κλειδαριά στα παράθυρα, κλείδωσε, ήρθε μέσα, κλείδωσε και την πόρτα τους, ύστερα πήρα το γαλόνι με τη μπενζίνα που της είχε φέρει ο Τζόνης Τζονάκης στον πρώτο καιρό της γνωριμίας τους, την έχυσε σιγά σιγά, την είδε που γλιστρούσε κάτω από την πόρτα τους, περίμενε ως που να αδειάσει ολόκληρο το γαλόνι. Έβαλε φωτιά, βγήκε όξω, κάθισε στο πηγάδι της κι έμεινε ως που ήρθανε και την πιάσαν.
Στο Στρατοδικείο που τη δικάζανε τη ρώτησαν αν αυτή έβαλε τη φωτιά κι έκαψε τους τέσσερις στρατιώτες.
«Το εγγόνι μου έπραξε το κατά δύναμη. Κάτι έπρεπε να κάνω κι ελόγου μου. Με σταυρωμένα χέρια να κάθουμαι;»
«Έχεις να ζητήσεις καμιά χάρη;»
«Ναι, να τα γράψουνε του Τζόνη Τζονάκη, γιατί αυτοί ξέρουνε ξένες γλώσσες. Εγώ δεν τα κατέχω».
«Έχεις τίποτε άλλο να πεις;!
«Τίποτις!»
Ο ένας Γερμανός πετάχτηκε όρθιος, μιλούσε δυνατά και τη κοίταζε περίεργα.
«Κάτι που να ελαφρώσει τη θέση σου;» ρώτησε ο διερμηνέας.
«Τίποτις!» ξαναείπε.
Σφράγισαν τα χείλια της. Στα μεγάλα, στα ολοζώντανα ρομαντικά της μάτια, κατέβηκε ο ίσκιος, η καρτερία κι η ασήκωτη συντροφιά του θανάτου.
Εικονογράφηση: Ράνια Βαρβάκη, Εκδόσεις Αρδηττός 1987

Πηγή: dsellar.blogspot.gr 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου