Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Δ. Λιαντίνης: από την ομορφιά της Ελένης στον Όμηρο μέχρι τις φυσικές απαντήσεις του Φάουστ στον Γκαίτε

«Το βράδυ της ίδιας μέρας ο Δημήτρης Λιαντίνης αποκάλυψε το μεγάλο μυστικό στη μητέρα του. Μίλησαν για αρκετή ώρα οι δυο τους. Η ίδια μού μετέφερε αποσπάσματα από αυτή τη συνομιλία:

- Μάνα, άκου. Σύντομα θα λάβεις μια μαχαιριά, όχι στην πλάτη, αλλά στην καρδιά. Θέλω να φανείς γενναία, σαν αρχαία Σπαρτιάτισσα, που έχανε το γιο της, αλλά έστεκε περήφανη.

Η μάνα κατάλαβε αμέσως και αντέδρασε:
- Όχι, παιδί μου, όχι, εγώ πρέπει να φύγω πρώτη...

Της έπιασε το χέρι:
- Μανούλα, ηρέμησε. Νιώθω ότι έχω ζήσει πέντε ζωές. Ήρθε η ώρα να φύγω.

- Παιδί μου, σπλάχνο μου, πάντα πίστευα σε σένα. Ας γίνει αυτό που θέλεις.
Τον αγκάλιασε και τον φίλησε.
Και εκεί ο Λιαντίνης της είπε τα στερνά του λόγια
»...

Για πρώτη φορά στο φως η ζωή του πιο πολυσυζητημένου νεοέλληνα στοχαστή, που η εξαφάνισή του συγκλόνισε το πανελλήνιο το καλοκαίρι του 1998.

Ανέκδοτες προσωπικές επιστολές που φανερώνουν μια σπάνια στάση ζωής, συνεντεύξεις με ανθρώπους που τον γνώρισαν, σημειώσεις του, προσωπικά ημερολόγια, φωτογραφίες, ντοκουμέντα και μία μαρτυρία-αποκάλυψη φωτίζουν το χρονικό ενός σχεδίου που ξεπερνά κάθε φαντασία.

Η δημοσιογραφική έρευνα του Δημήτρη Αλικάκου για τον καθηγητή Δημήτρη Λιαντίνη συνιστά ένα αληθινό μυθιστόρημα. 


*** * ***
Ταϋγετος: ο τάφος του Λιαντίνη
Το γράμμα που ακολουθεί αποτελεί την πνευματική διαθήκη του πατέρα Λιαντίνη προς τη κόρη του. Αλλά και ο αποχαιρετισμός του σε αυτή.

Δεν είναι τυχαίο
ότι ο Λιαντίνης απέφυγε να συναντήσει τη κόρη του για να της μιλήσει για την απόφαση του και να την αποχαιρετήσει. Γνώριζε ότι θα ήταν μια πολύ δύσκολη στιγμή για εκείνον και κυρίως για το παιδί του. Της είχε μεγάλη αδυναμία.

Γνώριζε, επίσης, ότι το γράμμα θα έβλεπε κάποτε το φως της δημοσιότητας. Ήξερε βλέπετε όσο κανένας άλλος τη γυναίκα του και τις αδυναμίες της. Έτσι λοιπόν μας άφησε ένα έξοχο κείμενο, άκρως διαφωτιστικό, σημείο αναφοράς θα λέγαμε για κάθε ερευνητή του φαινομένου Λιαντίνης.
                                                           
«Διοτίμα μου,

Φεύγω αυτοθέλητα. Αφανίζομαι όρθιος, στιβαρός και περήφανος. Ετοίμασα τούτη την ώρα βήμα- βήμα ολόκληρη τη ζωή μου, που υπήρξε πολλά πράγματα, αλλά πάνω από όλα εστάθηκε μια προσεκτική μελέτη θανάτου. Τώρα που ανοίγω τα χέρια μου και μέσα τους συντρίβω τον κόσμο, είμαι κατάφορτος με αισθήματα επιδοκιμασίας και κατάφασης.
Πεθαίνω υγιής στο σώμα και στο μυαλό, όσο καθαρό είναι το νωπό χιόνι στα όρη και το επεξεργασμένο γαλάζιο διαμάντι.

Να ζήσεις απλά, σεμνόπρεπα, και τίμια, όπως σε δίδαξα. Να θυμάσαι ότι έρχουνται χαλεποί καιροί για τις νέες γενεές. Και είναι άδικο και μεγάλο παράξενο να χαρίζεται τέτοιο το δώρο της ζωής στους ανθρώπους, και οι πλείστοι να ζούνε μέσα στη ζάλη αυτού του αστείου παραλογισμού.

Η τελευταία μου πράξη έχει το νόημα της διαμαρτύρησης για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικοι στις αθώες νέες γενεές που έρχουνται. Ζούμε τη ζωή μας τρώγοντας τις σάρκες τους. Ένα κακό αβυσσαλέο στη φρίκη του. Η λύπη μου γι' αυτό το έγκλημα με σκοτώνει.

Να φροντίσεις να κλείσεις με τα χέρια σου τα μάτια της γιαγιάς Πολυτίμης, όταν πεθάνει. Αγάπησα πολλούς ανθρώπους. Αλλά περισσότερο τρεις. Το φίλο μου Αντώνη Δανασσή, τον αδερφοποιτό μου Δημήτρη Τρομπούκη, και τον Παναγιώταρο το συγγενή μου, γιο και πατέρα του Ηρακλή.
Κάποια στοιχεία από το αρχείο μου το κρατά ως ιδιοκτησία ο Ηλίας Αναγνώστου.

Να αγαπάς τη μανούλα ως την τελευταία της ώρα. Υπήρξε ένας υπέροχος άνθρωπος για μένα, για σένα, και για τους άλλους. Όμως γεννήθηκε με μοίρα. Γιατί της ορίστηκε το σπάνιο, να λάβει σύντροφο στη ζωή της όχι απλά έναν άντρα, αλλά τον ποταμό και τον άνεμο. Το γράμμα του αποχαιρετισμού που της έγραψα το παίρνω μαζί μου.

Σας αφήνω εσένα, τη μανούλα και το Διγενή*, το σπίτι μου δηλαδή, που του στάθηκα στύλος και στέμμα, Γκέμμα πες, σε υψηλούς βαθμούς ποιότητας και τάξης. Στην μεγαλύτερη δυνατή αρνητική εντροπία. Να σώζετε αυτή τη σωφροσύνη και αυτή την τιμή. Θα δοκιμάσω να πορευτώ τον ακριβό θάνατο του Οιδίποδα. Αν όμως δεν αντέξω
να υψωθώ στην ανδρεία που αξιώνει αυτός ο τρόπος, και ευρεθεί ο νεκρός μου σε τόπο όχι ασφαλή, να φροντίσεις με τη μανούλα και το Διγενή*, να τον κάψετε σε ένα αποτεφρωτήριο της Ευρώπη.

Έζησα έρημος και ισχυρός.
Λιαντίνης 

Τη μέρα που θα πέσω έδωσα εντολή
να στεφανωθούν οι μορφές**
Σολωμού στη Ζάκυνθο κ' Λυκούργου
στη Σπάρτη
.
»

* Διγενής: γαμπρός του Δ. Λιαντίνη εκείνη την εποχή.
** Οι μορφές στεφανώθηκαν στις 3/6/1998.

*** * *** 

Η Ωραία Ελένη από τον Όμηρο έως τον Ελύτη

 

To μάθημα του Δημήτρη Λιαντίνη ''Η Ωραία Ελένη από τον Όμηρο έως τον Ελύτη''τον Μάιο του 1995 προς τους μετεκπαιδευόμενους δασκάλους του Μαρασλείου Διδασκαλείου.

"Ου νέμεσις τοιήδ' αμφί γυναικί Τρώας και εϋκνήμιδας Αχαιούς χρόνον πολύν άλγεα πάσχειν: αινώς αθανάτησι θεής εις ώπα έοικεν".
~ Ιλιάδα Γ, 156 - 8 ~

("Χαλάλι, τόσοι παιδεμοί για μια τέτοια γυναίκα, στους Τρώες και στους Αχαιούς με τις καλές κνημίδες. Με τις αθάνατες θεές φρικτά μοιάζει στην όψη").

Η εικόνα του video έχει υποστεί επεξεργασία για καλύτερη θέαση τον κ. Δημήτρη Γιαννικόπουλο.

*** * ***
"Γκέμμα"

το κύκνειο άσμα του Δημήτρη Λιαντίνη - αποσπάσματα από το βιβλίο
 
Η ΕΡΩΤΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ

Sine disciplina
nulla musica perfecta est.
Όταν λέμε η Ερώτηση της Μαργαρίτας, έχουμε στο νου την απορία των ανθρώπων για το θεό. Διατυπώνουμε, δηλαδή, διαφορετικά το ενδιαφέρον μας. Όπως όταν λέμε το άστρι της τραμουντάνας, έχουμε στο νου τον πολικό αστέρα.
Ο λεκτικός καθιερωμός η Ερώτηση της Μαργαρίτας, die Gretchens frage στο πρωτότυπο, είναι η στερεότυπη καταδήλωση, ένας terminustechnicus, που αναφέρεται στα απορήματα του ανθρώπου για το θεό, σ' έναν τρόπο εντελώς αυστηρό και εντελώς γεωμετρημένο. Ότι, δηλαδή, η έρευνα του ανθρώπου για το θεό είναι κεφάλαιο και ιδιοχτησία της φιλοσοφίας και της επιστήμης, και όχι της θρησκείας.
Ακόμη πιο αναγκαστικά, ότι το πρόβλημα θεός είναι χρέωση και αξίωση της κριτικής φιλοσοφίας και της θετικής επιστήμης. Εκείνων, δηλαδή, των μεθόδων έρευνας που προσφέρουν τον υψηλότερο βαθμό φερεγγυότητας σχετικά με το ακίβδηλο της αλήθειας.
Γιατί υπάρχουν και φιλοσοφίες ή επιστήμες, που είναι του μπλα-μπλά και της ανεμοζάλης. Όπως υπάρχουν και ποιητές, που είναι για να διαβάζουν τα ποιήματά τους στα ράδια. Άμπρακατάμπρα.
Με βάση σχεδίασης και με θεμέλιο προοπτικής την αυστηρή μέθοδο έρευνας, είναι φανερό πως κάτω από τον όρο η Ερώτηση της Μαργαρίτας επιχειρούμε να μιλήσουμε για το θεό σε μια καινούργια γλώσσα. Η γλώσσα αυτή φανερώνεται υποχρεωτικά αποδεκτή από όλους. Όσοι, εννοείται, μέσα στο κεφάλι τους έχουν μυαλό ανθρώπου και όχι αίσθηση ζώου.
Έτσι, οι διάφορες ιστορικές θρησκείες, που ασχολούνται με το πρόβλημα θεός, αυτόματα αφανίζουνται από το χάρτη αυτής της προβληματικής. Αφανίζουνται, με την έννοια ότι τις αντικατασταίνει υποχρεωτικά η νέα μέθοδος και η νέα οπτική.
Σε επίπεδο παραβολής αυτό σημαίνει τούτο: όπως υπάρχει μία χημεία, μία γεωμετρία, μία ιατρική, και διδάσκεται η ίδια σε όλα τα πανεπιστήμια της γης ανεξάρτητα από τις γλώσσες και τις φυλές των ανθρώπων, παρόμοια υπάρχει μία μόνο μέθοδος, για να ερευνήσει κανείς το πρόβλημα θεός. Είτε βρίσκεται στο Εσκουαδόρ, είτε στο Ισπαχάν, είτε στη Νότια Καρολίνα. Εφόσον, εννοείται, εργάζεται με σοβαρότητα, και δε δουλεύει «μηχανές» και αγυρτείες. Τη μέθοδο αυτή μάς τη δίνει η Ερώτηση της Μαργαρίτας.
Έρχομαι στην πρώτη από τις προκείμενες του προβλήματος. Στην επίσκεψη των ονομάτων.
Είναι γνωστό ότι η Ερώτηση της Μαργαρίτας είναι ένα σημείο δράσης, μία στιγμή χωροχρόνου, μέσα στην κίνηση τού μύθου της τραγωδίας Φάουστ του Γκαίτε.
Η φιλοσοφία εδιάλεξε αυτή τη στιγμή, και «κατηγόρησε» στο στοχασμό του Γκαίτε την απορία των ανθρώπων για το θεό, επειδή στο Φάουστ του Γκαίτε είδε τον καθολικό ανθρώπινο τύπο του ευρωπαίου, και στον ίδιο το Γκαίτε τον «ολύμπιο» ποιητή της Ευρώπης.
Το άλλο όνομα, δίπλα στη Μαργαρίτα, είναι ο Φάουστ. Ο δόκτωρ Φάουστ είναι μία ακρότητα ανθρώπου. Έζησε στην Κρακοβία τον καιρό της Μεταρρύθμισης. Και γέρασε σκυμμένος στις σπουδές και τις μελέτες. Εδιάβασε καράβια τα βιβλία, και αποθήκεψε βουνά τη γνώση.
Ο Φάουστ διόδεψε βήμα βήμα τους κλασικούς πολιτισμούς. Τις κλασικές γλώσσες τις κατάχτησε στην κορφή και στη ρίζα. Τη Lingua graeca, και τη Lingua latina. Κατάφαγε τα χειρόγραφα των μοναστηριών ως την ώα τους. Και ξεσκάλισε όλα τα παλαιά βιβλία. Από τον Άρατο και τα Φαινόμενα ως τους Πλίνιους και τη Φυσική Ιστορία.
Ο Φάουστ μέσα στις θάλασσες του μυαλού του σέρνει ολάκερη τη νύχτα του Μεσαίωνα. Και όλα τα χρώματα και τις εκρήξεις της Αναγέννησης. Είναι ο παλαιός, και ο νέος.
Ο Φάουστ εμελέτησε τις Θείες Γραφές και στο φανερό τους και στο απόκρυφο. Από τα μυστικά πέρασε στα μυστήρια. Και πήδηξε από τη μεταφυσική στη μαγεία.
Ο Φάουστ στη συντροφιά του είχε τακτικούς το Νοστράδαμο και την arcana coelesta. Και κρυφοκουβέντιασε με το theosophicum και την καββαλιστική. Δουλεύει σαν παλαιός μάστορας τους αστρολάβους και τις πεντάλφες. Συνείρει και συναιρεί, διαλύει και καταλύει τα στοιχεία της ψυχής και τα στοιχεία της ύλης.
Ο Φάουστ πατεί στα πατήματά του Παράκελσου και του Γαλιλαίου. Και καταχερίζει τη σολομωνική και την αλχημεία. Άλλοτε φρόνιμα και άλλοτε θρασερά κατέχει να ξεφεύγει τις αράχνες της Ιερής Εξέτασης. Ξεγλίστρησε τους χαμηλόφωνους καρδινάλιους, και τα επίλοιπα φρικαλέα κριτήρια του παπικού Σκότους.
Ο Φάουστ επικαλέστηκε το πνεύμα της γης. Άνοιξε λογαριασμούς με τις δυνάμεις της φύσης. Εξόρκισε τα δαιμονικά της φαντασίας και ημέρεψε την Κόλαση. Και τότε, κατά τον καιρό και το δίκιο, φανερώθηκε μπροστά του ο διάβολος, που ο Γκαίτε τον εβάφτισε Μεφιστοφελή.
Ο Φάουστ νύχτες και μέρες και χρόνους και εποχές θεράπεψε την επιστήμη και τη σοφία. Φτάνοντας ως τα όρια του νου, ερεύνησε τα φαινόμενα και τα όντα, τις δράσεις του κόσμου, τις πράξεις των ανθρώπων.
Ο Φάουστ το σπουδαστήριό του, εκείνο το στενό και υψίθολο γοτθικό δώμα, τό 'καμε πλανητάριο για τις μακρυνές οράσεις και λαμπορατόριο για τις απειροελάχιστες δομές.
Ο Φάουστ εργάστηκε με τον πόνο και με το μόχθο, και γι' αυτό, μαζί με τα επίλοιπα θαυμάσια, απεργάστηκε την πονηρία και τη μοχθηρία. Έτσι, κατά την τροπή και τον τρόπο, φανερώθηκε μπροστά του ο διάβολος, που ο Γκαίτε τον εβάφτισε Μεφιστοφελή.
Τύπος του homo universalis, ο Φάουστ είχε άπειρη μέσα του την ορμή για γνώση, και την ορμή για δράση. Από την ίδια τη φύση του ήταν ξένος στο τύπο του ανθρώπου της κλασικής Ελλάδας. Εκείνου του ανθρώπου, που τα βασικά του γνωρίσματα ήσαν το μέτρο και η Δίκη. Όπως το λέει ο Πίνδαρος:
Ψυχούλα μου, μη ζητάς αθάνατη ζωή• πορέψου με
τον τρόπο που είναι σύμμετρος στη δύναμη σου.

Και όπως σώζεται ατόφυος στο δημοτικό τραγούδι των νεοελλήνων:

Παρά να πάρεις άνθρωπο που νά ‘ν και με τη βράκα,
καλύτερα πανταλονάν, κι άσε μέ την κομμάτα.
Γεννημός και πλαστούργηση του πολιτισμού της Ευρώπης, ο Φάουστ στη βάση του είναι ρομαντικός. Μονοσήμαντος, δηλαδή, ακαθόριστος, νύχτιος, ετεροθαλής, φυγόκεντρος, τοξοτά αρειμάνιος, άπειρος. Δεν έχει καθαρές τις γραμμές, το σχήμα, τα όρια, το γάρμπος.
Οι ιστοί και οι σύνδεσμοι του κλασικού έλληνα, που του δίνουν την ισορροπία επάνω στη βάση της σύνθεσης λόγου και θυμικού, μέσα στο Φάουστ είναι συντριμμένοι.
Ακρόπολη, τελευταία πτήση πάνω από την αρχαία Ελλάδα
Γι' αυτό ο μόχθος και ο πόνος από τα Έργα και τις Ημέρες του τον έριξαν στη μοχθηρία και στην πονηρία. Και φανερώθηκε μπροστά του ο διάβολος, που ο Γκαίτε τον εβάφτισε Μεφιστοφελή.
Η συνεργασία του Φάουστ με το διάβολο έγινε μπεσαλίδικα. Κουβέντιασαν ήσυχα τους όρους, και σύνταξαν προσεχτικά τη συνθήκη.
Ήταν ένα Σύμφωνο κυρίων, που ο Φάουστ το υπόγραψε με το αίμα του.
«- Εγώ, σακατεμένο σαρκίο, θα σε ξανακάμω νέο, του υποσχέθηκε ο Μεφιστοφελής. Μέσα από το βαλτωμένο αίμα σου θα τινάξω στο φως έναν αστραφτερό έφηβο είκοσι χρονώ.
»Ύστερα θα ζεφτώ στις επιθυμίες σου, δούλος πειθήνιος και πιστός. Ό,τι και να μου ζητήσεις, θα στό ‘χω κιόλας κανωμένο προτού το ξεστομίσεις. Είκοσι τέσσερες χρόνους θα σε υπερετήσω. Ωσόπου να πραγαλιάσω την ασίγαστη ψυχή και την άπειρη βουλιμία σου για γνώση. Για να τα μάθεις όλα, και να τα πράξεις όλα.
»Εσύ, εξημμένη κεφαλή, σαν τελειώσει ο χρόνος της θητείας μου, θα λύσεις τη συνθήκη. Χωρίς να μου μείνεις χρεώστης στο ελάχιστο, να σηκωθείς και να πας στο καλό. Μ’ ένα μονάχα όρο:
»Στα χρόνια που θα σε υπερετώ, φυλάξου την πνευματική οκνηρία. Φυλάξου την ώρα να μην αγγίξεις την απόλυτη πληρότητα της ύπαρξης. Εάν κάποτε νιώσεις πως κατάχτησες το ύπατο, και το έσχατο· αν αισθανθείς ότι αγγίζεις το σημείο, που πιο πέρα του πιστέψεις ότι δε γίνεται ο άνθρωπος να φτάσει· αν έρθει στη ζωή σου η τέλεια στιγμή, και της φωνάξεις.
- Σταμάτα λοιπόν! είσαι τόσο ωραία![ii]
εκείνη την ώρα θα χάσεις το στοίχημα. Τότες, ανοϊκό γερόντιο, θα ζητήσω την αμοιβή μου στη δούλεψη σου.
»Θα σε αρπάξω βίαια, και θα σε πατάξω σφοδρά. Θα κρεουργήσω άγρια τη σάρκα και το πνεύμα σου. Θα τινάξω την κεφαλή σου στον τοίχο. Το κρανίο σου θα σκορπίσει χίλια κομμάτια. Θα καταρέψουν οι μυώνες και τα οστά σου. Και τα μυαλά σου, σκλήθρες ματωμένοι μυγμοί, θα βάψουνε άτιμα και αισχρά τους λευκούς ασβέστες.»
Η επόμενη προκείμενη είναι ο έρωτας. Ο Φάουστ, προτού παραδοθεί στο διάβολο, δεν είχε περάσει το κατώφλι της οδαλίσκης με το κόκκινο σαλβάρι. Ούτε είχε τραγουδήσει το τραγούδι του γερο-μπέη.
Τώρα, δυνατός και νέος και οδηγημένος από το Μεφιστοφελή, ρίχνεται στη βουή του κόσμου. Ξεκινάει να κάμει το μεγάλο ταξίδι.
Ένα ταξίδι σαν εκείνο, ας πούμε, του παλαιού Οδυσσέα στις θάλασσες του Ποσειδώνα, του πελιδνού Δάντη στον Άδη της ψυχής μας, του αστρόβλητου Πλάτωνα στους υπερουράνιους τόπους. Μπροστά του έχει τη μακρυνή στράτα του πολύπαθου Οιδίποδα μέσα από τα σκοτάδια του ασυνείδητου, και τις φλόγες της συνείδησης.
Το ταξίδι του Φάουστ είναι ένας πλόας ανακαλύψεων και πείρας. Και θα τον φέρει να τρυγήσει τους ορίζοντες. Με τις φωνές των πουλιών και τα χρώματα του κυκλάμινου θα χτίσει κάστρα. Και θα θερίσει τις αχτίνες της νύχτας, για να θημωνιάσει στις αποθήκες του άστρα.
Έτσι, από την αρχή θα βρεθεί η Μαργαρίτα στο πέρασμά του. Θα την συναντήσει κεραυνοβόλα, και θα την ερωτευθεί ανεκλάλητα.
Στα δεκαπέντε της χρόνια, η Μαργαρίτα είναι αθώα και άδολη. Και έμορφη έως την άκρη. Τη γλαυκή θάλασσα έχει αγκαλιά. Και την πράσινη βουή των κήπων τροφό. Και τις μαρμαρυγές του Βέγα στα όνειρα.
Από τη συναπαντή του Φάουστ και της Μαργαρίτας ο Γκαίτε θα χτίσει ένα μεγάλο έρωτα στην ιστορία της παγκόσμιας τέχνης.
Έναν έρωτα που θα τον εξορύξει από τα κρύσταλλα της μεγάλης έμπνευσης. Τα υλικά του θα τα λάβει από τη στέρνα του Όμηρου με την Ανδρομάχη, του Δάντη με τη Βεατρίκη, του Πλάτωνα με τη Διοτίμα, του Σαίξπηρ με την Ιουλιέτα, του Ευριπίδη με τη Μήδεια και την Άλκηστη.
Και όχι αλλιώτικα, παρά καθώς όλοι εκείνοι οι μεγάλοι ερωτολόγοι, την ουσία του έρωτα θα την αποκαλύψει στην καταστροφή και στην οδύνη.
Ο Γκαίτε θα μας ξαναδώσει με τη σειρά του το απόσταγμα της παλαιής σοφίας: ότι ο έρωτας που δε φέρνει μέσα του σπόρο τη συφορά και το θάνατο είναι θέμα της κωμωδίας.
Καθώς θα τελειώσει η τρυφερή ιστορία, η μικρή Μαργαρίτα θα βρεθεί χρεωμένη με πολλαπλό άγος. Θα σκοτώσει το εξώγαμο μωρό της. Θα φαρμακώσει τη μητέρα της. Θα σταθεί αφορμή να σφαχτεί ο στρατιώτης αδερφός της. Θα δικάσει τον εαυτό της να της κοπεί το κεφάλι από τον ουδέτερο δήμιο.
Και όλα αυτά τα φοβερά θα τα κάνει η Μαργαρίτα. Η παιδίσκη η ακηλίδωτη. Που πριν απαντήσει τον έρωτα, έζησε καθαρή όσο μία σταγόνα δροσιάς στο κύπελλο της αυγής.
Ο έρωτας λοιπόν. Αυτό το θεϊκό ζώο, το αυτόχθονο και το γηγενές, μας φέρνει στο κέντρο του προβλήματος. Ο έρωτας της Μαργαρίτας για το Φάουστ γεννά την ερώτηση της Μαργαρίτας για το θεό. Αναγκαιότητα, συγκυρία, ή επιλογή του ποιητή;
Ένα δείλι το νέο ζευγάρι περπατά στον κήπο της Μάρθας της ρουφιάνας. Αδημονεί, και χαίρεται, και γλυκοκουβεντιάζει. Στον πόθο του αποζητάει να βρει πόρο.
Εκείνο τον Πόρο, που ο Πλάτων στο Συμπόσιο τον ονομάζει πατέρα του έρωτα. Καθώς και μητέρα του έρωτα ονομάζει την Πενία. Τη θεία στέρηση, που αποζητά το πέρασμα, τον πόρο.
Με αφορμή αυτόν τον πόρο, έχω την ιδέα πως, εάν ο Γκαίτε γνώριζε καλύτερα, απ’ όσο εγνώριζε, τα δημοτικά μας τραγούδια, σίγουρα θα συνόδευε τον περίπατο των δύο ερωτευμένων στον κήπο με τους ωραίους στίχους του λαού μας:
Έβγας, ήλιε μου, έβγας, έβγα λιγουλάκι
Για να πορπατήσουμε στο περιβολάκι.
Νά ‘βρω πόρο νά ‘βρω, πέρα να περάσω,
Νά ‘βρω την αγάπη μου, να παίξω, να γελάσω.
Σ' εκείνο λοιπόν τον περίπατο στον κήπο, η Μαργαρίτα σταματά ξαφνικά, κοιτάζει το Φάουστ στα μάτια, και τον ρωτάει:
Πιστεύεις στο θεό;
Glaubst du an Gott?
Αυτή είναι η ξακουστή Ερώτηση της Μαργαρίτας[iii].
Το βάρος και την αξία της, που την έκαμαν οδηγητική για τη μέθοδο έρευνας του προβλήματος του θεού από τη σκοπιά της επιστήμης, η ερώτηση τα οφείλει στην απόκριση κυρίως που έδωκε ο Φάουστ.
Με άλλα λόγια είναι, όχι η ερώτηση της Μαργαρίτας αλλά η απόκριση του Φάουστ που γεννά το βαθύπλουτο του προβλήματος.
Παρόμοια, όπως είναι, όχι ο έρωτας του Δία για τη Λήδα στον Ευρώτα που γέννησε την αθάνατη Ιλιάδα, αλλά η Ελένη. Η απάντηση, δηλαδή, που έδωκε η Λήδα στον έρωτα του Δία.
Ποιος τολμάει να ειπεί πιστεύω στο θεό;
Ποιος τολμάει να ειπεί δεν πιστεύω στο θεό;[iv]
Έτσι αποκρίθηκε ο Φάουστ στην ερώτηση της Μαργαρίτας.
με φίλο στον Ταύγετο
Η θέση αυτή ανθρώπινα συνιστά τη μόνη δυνατή απόκριση που μπορεί να δοθεί στο ερώτημα. Είναι η απόκριση, σύμφωνα με τη Λογική επιστήμη, που καταργώντας την αρχή της αντίφασης δέχεται το τρίτο, καθώς αλληλοαναιρεί το πρώτο και το δεύτερο. Όπως έδειξε και στη Φυσική εντελώς πρόσφατα η αρχή της Απροσδιοριστίας. Στο tertium non datur ο Φάουστ θα απαντήσει: tertium  datur, τρίτον χωρεί. Κάπου ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη πρέπει να παράπεσε η αληθινή σου μέρα, που είπε ο Ελύτης προτού γεράσει. Και τα χάσει.
Εάν είμαι άνθρωπος, κατά την έννοια ότι έχω συνείδηση των ορίων μου και επίγνωση του πόσο βαθύ είναι το πρόβλημα του όντος, δεν είναι δυνατό να δώσω άλλη απόκριση στην ερώτηση της Μαργαρίτας.
Όταν στην ερώτηση αποκριθώ, ναί! πιστεύω στο θεό, γίνομαι αυτοστιγμεί μωρός. Γιατί δέχομαι στενόκαρδα και στενόμυαλα, κάτι που δεν το ξέρω, σαν αληθινό. Καταντώ δογματικός. Και η επιστήμη θα με πετάξει αυτόματα έξω από τα όριά της με την παρατήρηση: διότι λες ανοησίες.
Όταν στην ερώτηση αποκριθώ, όχι! δεν πιστεύω στο θεό, γίνομαι αυτοστιγμεί μωρός. Γιατί δέχομαι στενόκαρδα και στενόμυαλα, κάτι που δεν το ξέρω, σαν αληθινό. Καταντώ δογματικός. Και η επιστήμη θα με πετάξει αυτόματα έξω από τα όριά της με την παρατήρηση: διότι λες ανοησίες.
Τι απομένει να αποκριθώ; Αυτό ακριβώς είναι το λεπτό σημείο, που γεννά την ανεξάντλητη γονιμότητα του προβλήματος.
Το πνεύμα και το νεύμα του Γκαίτε είναι το εξής. Ό,τι σου μένει και ό,τι σου δίνεται είναι εκείνο το σημείο, το απειραελάχιστο ανάμεσα στο όχι και το ναι, να το ευρύνεις, να το πλατύνεις, να το βαθύνεις, να το εκτείνεις. Να το μεταχειριστείς μ' έναν τέτοιο τρόπο απόπειρας, και δοκιμασίας, και βασανισμού, και αγωνίας, ώστε από το απειροελάχιστο σημείο να δημιουργήσεις διάσταση, και έκταση, και διάρκεια, χώρο και χρόνο.
Να πλάσεις, δηλαδή -από το ανάμεσα στο ναι και στο όχι- ζωή, αλήθεια, και ύπαρξη.
Είναι χρεία το σημείο το ελάχιστο της αδυνατότητας και της ουτοπίας ανάμεσα στο ναι και στο όχι να το κοιτάξουμε έτσι, ώστε να απορροφήσει σε όλη τη ζωή τη ζωή μας. Τη βιοτική μας μέριμνα, δηλαδή, την πνευματική ορμή, την υπαρκτική ετοιμότητα, την ηθική πράξη.
Σ' ένα επίπεδο σημάνσεων μυθικών, το πνεύμα και το νεύμα του Γκαίτε θα το μεταγλώττιζα ως εξής:
Είσαι μέσα στις Συμπληγάδες πέτρες της αναζήτησής σου, που ανοιγοκλείνουν ακατάπαυστα. Κάμε να μη σε συντρίψουν. Μαζί με τους Αργοναύτες.
Ανεβάζεις το βράχο της απορίας σου από τη βάση του όρους στην κορυφή, και γκρεμίζεται ακατάπαυστα. Κάμε να μην παραιτηθείς. Μαζί με το Σίσυφο.
Δεμένος πιστάγκωνα σκύβεις στη λίμνη να πιείς, και κάτωθέ σου το νερό υποχωρεί ακατάπαυστα. Κάμε να μην πεθάνεις από τη δίψα σου. Μαζί με τον Τάνταλο.
Και σ' ένα πλαίσιο καταλογισμού ευθυνών αναφορικά με την ατομική μας προαίρεση, στην ερώτηση της Μαργαρίτας η απόκριση του Φάουστ θα είχε να μας ειπεί:
Όποιος πιστεύει στο θεό, έχει μέσα του ένα νεκρό θεό. Όποιος δεν πιστεύει στο θεό, έχει μέσα του ένα νεκρό άνθρωπο.
Όποιος πιστεύει αλλά και δεν πιστεύει στο θεό, έχει μέσα του ζωντανό το νόμο της φύσης. Απλά, καταληπτά, και στα μέτρα του ανθρώπου ζει το θαύμα του κόσμου.
Το κρίνω απλό και αυτονόητο, πως εκείνος ο θεός, στην αναζήτηση του οποίου μας προάγει η Ερώτηση της Μαργαρίτας, δεν έχει καμία σχέση με τους θεούς φαντάσματα, που κατά καιρούς έπλασαν οι ποικίλες ιστορικές θρησκείες. Οι πολυώνυμοι, δηλαδή, όπως ο Δίας στους έλληνες και ο διάβολος στους ινδούς, εκείνοι Μωυσής, και Μωάμεθ, και Βούδας, και Κομφούκιος, και Μαρδούκ, και Κυβέλη, και Μίθρας, και Βάαλ, και Αστάρτη, και Λούθηρος. Οι βραχμάνες, οι ραββίνοι, οι μουφτήδες, οι μουλάδες, ο πατριάρχης κι ο πάπας. Ο Πετράκης κι ο Παυλάρας, μ' ένα λόγο. Εκείνοι οι γυρολόγοι με τη λατέρνα.
Το άρωμα του ζητούμενου θεού, που αναδύεται από το λουλούδι της Μαργαρίτας, απευθύνεται στο δίκαιο άνθρωπο. Στο φρόνιμο, δηλαδή, το λογικό και τον πάσχοντα.
Εάν η υπαρκτική μας εφόπλιση, η λογική, δηλαδή, το βίωμα, η φαντασία, η διαίσθηση, το συναίσθημα και τα πάθη μας, δεν υπερβαίνει τη χωρητικότητα των φυσικών μας ορίων· εάν γνωρίζει και καταφέρνει να μας συγκρατεί στα  μέτρα της φυσικής μας κατασκευής· εάν δε διαχέεται στο χάος της υπερβολής, σ' εκείνη την τύφλα που οι έλληνες τραγικοί την είπανε Ύβρι, τότε δεν υπάρχει άλλος δρόμος, παρά να παραδεχτεί την απόκριση που έδωκε ο Φάουστ στη Μαργαρίτα:                                                               
Ζήτα το άγνωστο. Χτύπα να σου ανοίξει να περάσεις ο τοίχος που δεν έχει πόρτα. Κάμε να μεταλλάξεις την απορία σου σε δημιουργία, και το ανθρωπινό σου σε λύτρωση.
Γιατί ο θεός για τα μέτρα του ανθρώπου είναι και δεν είναι να υπάρχει, που λέει ο Φάουστ. Έχει και δεν έχει όνομα[v], που είπε ο Ηράκλειτος. Βρίσκεται άγνωστος, και τέτοιος θα παραμένει, όπως μας παρακινεί η επιγραφή στη βάση του βωμού στην Αγορά της αρχαίας Αθήνας: τῷ Ἀγνώστῳ.
Για το δίκαιο άνθρωπο ο θεός, το υπέρτατο ον, θα μένει ανάμεσα στο ναι και στο όχι. Θα δηλώνει το σημείο της αιώνιας αναζήτησης, και της αιώνιας απορίας. Θα είναι το ον, τό ἀεὶ ζητούμενον καί ἀεὶ ἀπορούμενον[vi], που γράφει ο Αριστοτέλης στα Μετά τα Φυσικά του.
Αυτόν το δίκαιο, που στέκεται στο χαλεπό μεταίχμιο του ναι και του όχι, οι άλλοι άνθρωποι του καιρού του και του τόπου του, άνθρωποι μικρόνοες και μίζεροι, χαμοζωήδες και θελωζήσηδες στη γλώσσα του Λασκαράτου[vii], θα τον δικάζουνε για άθεο. Όπως δικάσανε το δίκαιο Σωκράτη, και το δίκαιο Αριστοτέλη, και το δίκαιο Τζορντάνο Μπρούνο.
Δύο γενεές μετά το Γκαίτε, που χάραξε στην πέτρα του μόνιμου την Ερώτηση της Μαργαρίτας, ένας άλλος ευρωπαίος ποιητής, ίδιο μπόι και ίδιο σθένος, θα επαναλάβει στερεότυπα την ερώτηση, τραβώντας τον ιδικό του κακοτράχαλο δρόμο.
Ο σλάβος Ντοστογιέβσκι στην ερώτηση της Μαργαρίτας θα δώσει την ίδια απόκριση που έδωσε και ο Γκαίτε:
Εάν ο Σταυρόγκιν πιστεύει, δεν πιστεύει ότι πιστεύει·
εάν ο Σταυρόγκιν δενπιστεύει, δεν πιστεύει ότι δεν πιστεύει
[viii].
Ο Σταυρόγκιν, λοιπόν, ο πρίγκιπας Νικολάι Σταυρόγκιν. Ο Σταυρόγκιν με το καθαρό ήθος. Ο Σταυρόγκιν, που νέος τριάντα χρονώ αρπάζει με το χέρι το ηλεκτροφόρο καλώδιο της αυτοκτονίας του, πιστεύει, ή δεν πιστεύει;
Μιλάμε για το Σταυρόγκιν, την ώρα που κοιτάει στα μάτια έναν άλλο δαίμονα. Τον αριστογείτονα Κυρίλωφ, το μηχανικό.
Αλλά δεν ενεούργησαν ούτε ο Γκαίτε,ούτε ο Ντοστογιέβσκι. Και οι δύο στο ερώτημα των ερωτημάτων διάβηκαν πύλες ανοιχτές.
Είκοσι αιώνες παλαιότερα και τους δύο τους είχε προφτάξει ένας μεγάλος έλληνας. Την Ερώτηση της Μαργαρίτας την απάγγειλε πρώτος σε ιαμβικά μέτρα ο Ευριπίδης ο αθηναίος στην τραγωδία του Ελένη:
Τί είναι θεός, και τί μη θεός, και τί ανάμεσα τους;
Ποιος άνθρωπος τό'ψαξε, και βρήκε μακρυνότερο τέλος;[ix]
ο τάφος του Λιαντίνη στον Ταϋγετο
Ο θεός του Ευριπίδη είναι το «πιστεύω» του Φάουστ και του Σταυρόγκιν. Ο μη θεός του Ευριπίδη είναι το «δεν πιστεύω» του Φάουστ και του Σταυρόγκιν. Και το ανάμεσα στο θεός και μη θεός του Ευριπίδη είναι το ανάμεσα στο ναι και στο όχι του Φάουστ και του Σταυρόγκιν. Είναι ο άνθρωπος της γης που, καθώς βρίσκεται ανάμεσα σε ζωή και σε θάνατο, αγωνίζεται να κατανοήσει το νόημα της ύπαρξής του μέσα στο σύμπαν.
ΣΧΟΛΙΑ

Βλ. Πινδάρου, Πυθιόν. 3, 61-62:
μή φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον
σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν.
[ii]Βλ. Goethe, Faust Ι, 1700:
Verweile doch! Du bist so schön!

[iii]
Βλ. Goethe, Faust Ι, 3426.

[iv]
Βλ. οππ. 3432-36:

[v]
Βλ. Ηράκλειτος Frg. 32 (Diels -Kranz)
[vi]Βλ. Αριστoτ., Μετάτα Φυσικά, 1028b.
[vii]Ένα βράδυ πού γύριζε στο σπίτι του ο Λασκαράτος κάποιος πέταξε από το παράθυρό του Ποντ’ έξι κέρατα. Καθώς τα είδε να πέφτουν μπροστά στα πόδια του ο Λασκαράτος, σήκωσε το κεφάλι ψηλά και είπε: - Ασημάκη, χτενίζεσαι;
[viii]Βλ. Ντοστογιέβσκι,  Δαιμονισμένοι τ. 3, 155  (Μετάφρ. Α. Αλεξάνδρου. Εκδ. Γκοβόστη).

[ix]
Βλ. Ευριπίδη, Ελένη 1137-9.

Πηγή και περισσότερα: www.liantinis.org

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου