Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Η νιότη του κόσμου…

γράφει η Δανάη Κολτσίδα

Λέγεται συχνά ότι είναι φυσικό η νεολαία όλων των -με την ευρεία έννοια- αριστερών κομμάτων, να είναι πιο ριζοσπαστική από το «μητρικό» κομματικό σχήμα. Κι όχι τυχαία, η νεολαία πρωταγωνίστησε στις περισσότερες από τις πρόσφατες διασπάσεις της ελληνικής, και όχι μόνο, Αριστεράς.

Αν όμως αναμφίβολα «ο κομμουνισμός είναι η νιότη του κόσμου», ισχύει άραγε και το αντίστροφο;

Στην ελληνική περίπτωση, όπως και στις περισσότερες άλλες περιπτώσεις στην παγκόσμια ιστορία, η νεολαία ήταν η πρώτη που, με τις ευαίσθητες κεραίες της, «έπιασε» την κρίση.

Ήταν η πρώτη που είδε σιγά-σιγά τα όνειρά της να ματαιώνονται, μέσα από ένα δαιδαλώδες εκπαιδευτικό σύστημα που τελικά οδηγούσε σε τοίχο.

Ήταν η πρώτη που βρέθηκε αντιμέτωπη με την ανεργία ή την «ελαστική» απασχόληση, με τους μισθούς των 700 και βγάλε ευρώ, με τη μαύρη εργασία.

Ήταν η πρώτη που συνειδητοποίησε πως θα ζήσει χειρότερα από τις προηγούμενες γενιές. Ήταν η πρώτη που δυσανασχέτησε με τη έλλειψη πραγματικής δημοκρατίας.

Ήταν η πρώτη που «μπούχτισε» με το παλιό, το φθαρμένο, το συντηρητικό πέπλο που σκέπαζε την ελληνική κοινωνία και πολιτική. Ήταν η πρώτη που αναζήτησε νέες συλλογικότητες, νέους τρόπους οργάνωσης και συμμετοχής.

Ήταν η πρώτη που (ξανα)έφερε τον άνεμο της εξέγερσης, στους δρόμους των πόλεων. Ήταν η πρώτη που φώναξε «ως εδώ».

Η αλήθεια είναι ότι η υπόλοιπη ελληνική κοινωνία -αναπόσπαστο κομμάτι της οποίας, για να μην ξεχνιόμαστε, είναι και τα κόμματα της, ακόμα και αυτά της Αριστεράς- ανταποκρίθηκε ετεροχρονισμένα και με το δικό της, ημιτελή και μετέωρο, τρόπο στην κραυγή που έβγαλε, στη σπίθα που άναψε η νεολαία.

Με χίλια ζόρια, με πόλεμο από κάθε πιθανή και απίθανη πλευρά, αλλά και χάρη στο πείσμα όλων μας, η ελπίδα ήρθε. Η γιαγιά μου -ναι, ο ίδιος άνθρωπος που το 2008 φώναζε για τους «ταραξίες» και τους «αλήτες» που καίνε την Αθήνα- αποφάσισε να εμπιστευτεί «το παιδί». Αποφάσισε να κλείσει τ’ αυτιά της σε όσα της είπαν. Και έδωσε «στον πρόεδρο του δεκαπεντaμελούς» μια ευκαιρία.

Δεν έγινε αριστερή η γιαγιά μου. Δεν έπαψε στιγμή να φοβάται. Δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει όλους εμάς τους «περίεργους», δεν έμαθε ποτέ τι ακριβώς λέμε. Ίσως και να μην την ένοιαξε ιδιαίτερα. Ήθελε απλά να δώσει στον εαυτό της πρώτα απ’ όλα μια ευκαιρία. Άλλωστε, μάλλον δεν μας πολυπίστεψε ότι θα κάνουμε όλα όσα λέγαμε. Αν όμως κάτι είχαμε συλλογικά κατακτήσει, ακόμα και στο μυαλό της γιαγιάς μου, όλες αυτές της δεκαετίες που βρεθήκαμε, ως Αριστερά, στο περιθώριο της πολιτικής ζωής, ήταν ότι διαφέρουμε, ότι είμαστε καλύτεροι, ακέραιοι.

Η ελπίδα, λοιπόν, ήρθε. Πρόλαβε άραγε να ξεθωριάσει;

Ισχυρίζομαι πως όχι. Τραυματίστηκε, σίγουρα. Δεν μπορεί όμως να απογοητευτήκαμε. Όχι εμείς. Όχι τόσο εύκολα. Δεν τα παρατήσαμε όταν όλα φαίνονταν αδύνατα. Δεν πρόκειται να τα παρατήσουμε τώρα.
[Δεν θα ξεχάσω ποτέ μια σκηνή. Η δεκαετία του 2000 -και μέσα σ’ αυτή η περίοδος της δικής μου φοιτητικής ζωής, και μάλιστα στη «μεγάλη του γένους σχολή» της Νομικής της Αθήνας- υπήρξε η «χρυσή δεκαετία» της ατομικής λύσης. Μιλένιουμ, ευρώ, Ολυμπιακοί, χρηματιστήριο. Δεν υπήρχε, φαινομενικά τουλάχιστον, κανένα περιθώριο συλλογικής οργάνωσης και μαζικής δράσης. 
Όπως ήταν αναμενόμενο, κάθε απόπειρα διεξαγωγής γενικής συνέλευσης, ακόμα και μετά την έναρξη της συζήτησης για την αναθεώρηση του άρθρου 16, που θα άνοιγε το δρόμο για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, και για το νέο νόμο πλαίσιο για τα ΑΕΙ, έπεφτε στο κενό, αφού δεν κατάφερνε να συγκεντρώσει πάνω από 200-300 άτομα, σε μια σχολή μερικών χιλιάδων φοιτητών. 
Είχε ήδη καλοκαιριάσει. Κι αρκετά απογοητευμένη έφυγα για ένα τριήμερο, πίσω στο πατρικό μου. Γύρισα κατευθείαν στη σχολή. Και μπαίνοντας με τη βαλίτσα στο μεγάλο αμφιθέατρο Σαριπόλων, ήταν όλοι εκεί. Συμφοιτητές και συμφοιτήτριες να κρέμονται από τους εξώστες, να γεμίζουν ασφυκτικά την αίθουσα. Κι εγώ με μια κόκκινη βαλίτσα μπροστά τους, ανάμεσα σ’ εκείνους που μιλούσαν εκείνη την ώρα, να μην πιστεύω στα μάτια μου. 
Απ’ όλες τις μεγάλες στιγμές που ακολούθησαν, στο δικό μου μυαλό θα μείνει πάντα σ’ εκείνη τη στιγμή. Από τότε πιστεύω (και) στα πολιτικά θαύματα. Είναι εκείνη η στιγμή που το λίγο, το καθημερινό συσσωρεύεται και φέρνει το μεγάλο, το συναρπαστικό. Ή, για να το πούμε πιο… διαλεκτικά, η στιγμή που η ποσοτική συσσώρευση προκαλεί μια μεγάλη ποιοτική μεταβολή.]
Για να ξαναγυρίσουμε λοιπόν στο σήμερα, όχι. Δεν πιστεύω ότι η ελπίδα ξεθώριασε.

Χρειάζεται, βέβαια, να βρούμε, ν’ ανοίξουμε τον καινούριο δρόμο απ’ όπου θα περάσει. Χρειάζεται να γκρεμίσουμε και να χτίσουμε πολλά. Ν’ αλλάξουμε τα πάντα. Ακόμα και τη γιαγιά μου. Χρειάζεται να κάνουμε μια υπέρβαση. Να ξεθάβουμε λίγο-λίγο τα θεμέλια μιας συμφωνίας που εμείς οι ίδιοι υπογράψαμε και στη θέση της να χτίζουμε το δικό μας κοινωνικό συμβόλαιο.

Χρειάζεται -χωρίς αυταπάτες, αλλά και χωρίς ανυπομονησία- να προχωρήσουμε. Όχι αφήνοντας στα κρύα του λουτρού την κακομοίρα τη γιαγιά μου, που ξεπέρασε τον εαυτό της και την αδράνεια δεκαετιών για να μας εμπιστευτεί. Αλλά βάζοντας μπροστά το μυαλό και τις γνώσεις της δικής μας νεολαίας, για ν’ ανοίξουμε το δικό μας, έστω και δύσβατο, δρόμο. Βάζοντας μπροστά την ορμή και το ριζοσπαστισμό της δικής μας νεολαίας, για να τολμήσουμε τις ρήξεις που χρωστάμε. Βάζοντας μπροστά τη φαντασία και το όνειρο της δικής μας νεολαίας, για να μη βουλιάξουμε στην καθημερινή διαχείριση.

Είναι αλήθεια ότι πολλές από τις επιλογές που έγιναν, όχι μόνο στις πολιτικές, αλλά και στα πρόσωπα που ανέλαβαν να μιλήσουν στο όνομά μας, μας πλήγωσαν. Είναι αλήθεια ότι η συμφωνία που υπογράψαμε κάνει ακόμα πιο δύσκολο αυτόν τον ούτως ή άλλως σχεδόν τιτάνιο στόχο.

Αλλά, με το συμπάθιο κιόλας, εγώ είμαι με το Σίσυφο. Κι όχι με εκείνον που, κυνικά, θα άφηνε την πέτρα στα πόδια του βουνού. Κάποιος πρέπει να την ανεβάσει την πέτρα. Κι αν δεν προσπαθήσουμε εμείς, κανείς δεν θα το κάνει.

Αυτός ο ΣΥΡΙΖΑ, με όλα τα στραβά του, με όλες τις διαψεύσεις μας, είναι ο μόνος δρόμος που βλέπω για να συναντηθεί ο δικός μας Δεκέμβρης του ’08, οι δικές μας πλατείες, (και) με τη γιαγιά μου. Που δεν είναι καθόλου αριστερή και που, απλώς, συμπαθεί «το παιδί». Κι αυτή η συνάντηση (και) με τη γιαγιά μου είναι ο μόνος δρόμος που έχουμε για ν’ αλλάξουμε, αργά και βασανιστικά, τον κόσμο.

Για να μη χαρίσουμε τη νιότη μας στην απογοήτευση, αλλά να γίνουμε εμείς «η νιότη του κόσμου»…

Πηγή: danaikoltsida.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου