Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Φωτεινή Βάκη: Το κρατικό πιστοποιητικό γλωσσομάθειας αντικατοπτρίζει το όραμα μιας Παιδείας ισότητας και ποιότητας

«Τα νομοσχέδια που πέρασαν από αυτή την κυβέρνηση για την Παιδεία, εμφορούνται από τη φιλοσοφία του Διαφωτισμού και κυρίως από τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη», τόνισε η κοινοβουλευτική εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Φωτεινή Βάκη.

Η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ κάλεσε την ΝΔ να αναρωτηθεί για την κληρονομιά του Διαφωτισμού, αφού δεν είχε ψηφίσει διατάξεις, όπως την ιθαγένεια ή την ένταξη των προσφυγόπουλων στα σχολεία.

Κατά την τοποθέτησή της, στην συζήτηση του νομοσχεδίου για το κρατικό πιστοποιητικό γλωσσομάθειας, η Φωτεινή Βάκη είπε πως αυτό διέπεται μεν από επείγουσες διατάξεις για την εύρυθμη λειτουργία της εκπαίδευσης, υπαγορεύεται όμως κυρίως από το όραμα μιας Παιδείας ισότητας και ποιότητας, ενός δημοκρατικού σχολείου, ανεξίθρησκού και ανοικτού.

Αναφερόμενη, εξάλλου, στην διαπραγμάτευση, αφού τόνισε ότι υπάρχει μία δυναμική πορεία των δημοσιονομικών στόχων και διεμήνυσε ότι «δεν πρόκειται να δεχτούμε και να κάνουμε πίσω σε καμία παράλογη απαίτηση, από όπου κι αν αυτή προέρχεται».


Τέλος, απευθύνθηκε προς την αντιπολίτευση ρωτώντας: «Θέλετε να κλείσει η αξιολόγηση, με την χώρα όμως, όρθια; Ναι ή όχι; Εκτός κι αν έχετε δεσμευτεί στο ΔΝΤ να ψηφίσετε όλα όσα ζητάει κι άλλα τόσα».



Το κείμενο της ομιλίας:

Δεν σκόπευα να αναφερθώ στις γενικότερες πολιτικές εξελίξεις αλλά με την ευκαιρία των όσων ακούστηκαν, επιτρέψτε μου ένα σχόλιο. Η αντιπολίτευση δυστυχώς ακούγεται σαν ηχείο των δανειστών. Δεν βρήκατε να πείτε ούτε μία καλή κουβέντα για την υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων, για την πλήρη αποτυχία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στις εκτιμήσεις του για την ελληνική οικονομία. Δεν ακούσατε τίποτε ούτε διαβάσατε δηλώσεις σημαντικών συντελεστών της διαπραγμάτευσης, οι οποίοι αποδέχονται τις ελληνικές θέσεις, όχι επειδή συμπαθούν την κυβέρνηση αλλά επειδή αυτές οι θέσεις τεκμηριώνονται από την αλήθεια των αριθμών.

Επιτρέψτε μου να αναφερθώ σε ένα μικρό απόσπασμα, προτού εισέλθω στο νομοσχέδιο που συζητούμε, από την πολύ πρόσφατη επιστολή του Κεντρικού Τραπεζίτη της Ελλάδας και πρώην Υπουργού Οικονομικών της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, του κ. Στουρνάρα, προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Λέει, λοιπόν, ο κ. Στουρνάρας ότι «το ΔΝΤ ήταν υπεύθυνο για τις καθυστερήσεις στην αξιολόγηση του 2013, ενώ ήταν αδικαιολόγητη η επιμονή του για επιπρόσθετα παραμετρικά μέτρα φορολογικής πολιτικής, ακόμα κι όταν ήταν κάτι περισσότερο από ξεκάθαρο ότι οδηγούμαστε σε υπεραπόδοση στόχων σε σχέση με το πρωτογενές πλεόνασμα». Αυτά λέει ο κ. Στουρνάρας, στη σελίδα 9 του παραρτήματος της περιβόητης έκθεσης του άρθρου 4 του ΔΝΤ. Εσείς, άραγε, τότε αντισταθήκατε στους παραλογισμούς του ΔΝΤ; Συνάδελφοι τους υπογράψατε όλους και άλλους τόσους, όπως κάποιοι από εσάς λένε.

Τώρα εμείς θα πρέπει να κάνουμε το ίδιο, για να βρείτε την ευκαιρία κάποιοι να αποσιωπήσετε τις ευθύνες σας για την παθητική στάση που επιλέξατε με τους δανειστές όλα αυτά τα χρόνια; Να είστε βέβαιοι ότι εμείς δεν θα κάνουμε το ίδιο λάθος. Τα στοιχεία της ελληνικής οικονομίας είναι θετικά, υπάρχει μία δυναμική πορεία των δημοσιονομικών στόχων και δεν πρόκειται να δεχτούμε και να κάνουμε πίσω σε καμία παράλογη απαίτηση, από όπου κι αν αυτή προέρχεται. Σας ρωτάμε λοιπόν, εσάς που εμφανίζεστε σαν ηχεία στα τηλεοπτικά πάνελ, θέλετε να κλείσει η αξιολόγηση, με τη χώρα όμως όρθια; Ναι ή όχι; Εκτός κι αν έχετε δεσμευτεί στο ΔΝΤ να ψηφίσετε όλα όσα ζητάει κι άλλα τόσα. Ναι ή όχι; Ας μας δώσετε μια απάντηση.

Και επειδή εσχάτως πολύς λόγος γίνεται και για τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, μάλιστα πρόσφατα ενέσκηψε και ο Βολταίρος, επιτρέψτε μου να σας πω ότι ένας μεγάλος φιλόσοφος του Διαφωτισμού, ο Ιμμάνουελ Καντ είχε ταυτίσει την ορθή χρήση του λόγου με τη δημόσια χρήση του, με την αρχή της δημοσιότητας. Μόνο που αυτή η αρχή της δημοσιότητας δεν είναι τα χαλκεία της προπαγάνδας στα τηλεοπτικά πάνελ, είναι κάτι άλλο. Είναι η ισότιμη διαβούλευση και η ελεύθερη επί του πεδίου της δημόσιας σφαίρας αλλά όταν αυτή υπόκειται σε κανόνες. Αυτό ας το κρατήσουμε ως παρακαταθήκη και ως κοινοβουλευτική συμπεριφορά και όχι μόνο.

Θα μπω τώρα στο νομοσχέδιο που συζητούμε, το οποίο εμπεριέχει -θα έλεγα στον κ. Τζαβάρα- ψήγματα του Διαφωτισμού. Άλλωστε, τα νομοσχέδια που πέρασαν από αυτή την κυβέρνηση για την παιδεία εμφορούνται από τη φιλοσοφία του Διαφωτισμού και κυρίως από τα δικαιώματα που προσιδιάζουν στον άνθρωπο per se, από τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη. Και για την κληρονομία του Διαφωτισμού θα πρέπει να αναρωτηθεί και η ΝΔ, η οποία δεν είχε ψηφίσει από όσο θυμάμαι προηγούμενες διατάξεις, όπως την ιθαγένεια ή την ένταξη των προσφυγόπουλων στα σχολεία. Ας τα δούμε όμως με τη σειρά τους.

Το παρόν νομοσχέδιο διέπεται από ετερόκλητες διατάξεις που εκ πρώτης όψεως φαίνεται να αποσκοπούν στην επανόρθωση αδικιών, στην επούλωση χρόνιων τραυμάτων όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης αλλά και στην κάλυψη νομικών κενών. Δεν υπαγορεύουν, ωστόσο, το νομοσχέδιο αυτό μόνο οι επείγουσες ανάγκες διασφάλισης της εύρυθμης λειτουργία της εκπαιδευτικής και ακαδημαϊκής κοινότητας αλλά και το όραμα μιας παιδείας ισότητας και ποιότητας, ενός δημοκρατικού σχολείου που θα κατοχυρώνει την αξιοπρέπεια του εκπαιδευτικού και θα ανοίγει διάπλατα την πόρτα του στον μαθητή χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς. Ενός σχολείου ανεξίθρησκού και ανοικτού.

Ξεκινώ από την ενίσχυση του εθνικού συστήματος πιστοποίησης της γλωσσομάθειας μέσω της θεσμοθέτησης της ηλεκτρονικής εξέτασης, που θα ανταγωνίζεται επάξια τα ξένα μέσα πιστοποίησης με χαμηλά εξέταστρα και με πρόβλεψη για προετοιμασία μέσα στο σχολείο, κάτι που θα απαλλάσσει την ελληνική οικογένεια από το άχθος του φροντιστηρίου. Διότι, η γλωσσομάθεια δεν είναι αυτονόητο δικαίωμα, στοιχίζει ακριβά. Επτακόσια εκατομμύρια ευρώ δαπανά ετησίως η μέση ελληνική οικογένεια, προκειμένου να παράσχει στα παιδιά της την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας. Η γλωσσομάθεια, συνεπώς, γίνεται δυνάμει δικαίωμα όλων και μπορεί να θεραπεύεται δωρεάν στο δημόσιο σχολείο.

Το παρόν νομοσχέδιο θεραπεύει, όμως, και τη συστηματική καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας μέσω μιας εθνικής πολιτικής δημόσιων βιβλιοθηκών που συνίσταται σε ένα συνεργατικό μοντέλο λειτουργίας των δημοσίων βιβλιοθηκών με ναυαρχίδα την Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, δηλαδή την προμετωπίδα της πνευματικής παρακαταθήκης και του πλούτου της Ελλάδος. Διότι, οι διατάξεις του άρθρου 4 που αφορούν τη μετεγκατάσταση της Εθνικής Βιβλιοθήκης στη νέα της οικία, το «Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος», δεν αφορούν μια απλή, διαδικαστική μετακόμιση αλλά μια επανίδρυση του θεσμού και μια ανανοηματοδότηση του όρου βιβλιοθήκη, που φιλοδοξεί να μετατρέψει την βιβλιοθήκη από ένα μαυσωλείο βιβλίων σε ένα πεδίο συναντήσεων, συζητήσεων και εστία αυτόνομης πνευματικής και πολιτιστικής παραγωγής. Κυρίως και πρωτίστως, όμως, φιλοδοξεί να επιτελέσει το κέντρο συντονισμού με τις δημοσιές βιβλιοθήκες που μαραζώνουν στην ελληνική επαρχία, υποστελεχωμένες, εγκαταλελειμμένες χωρίς τεχνικό εξοπλισμό, υποδομές, θεσμικό πλαίσιο. Χωρίς όραμα και έμπνευση, που προσομοιάζουν με νεκροταφεία χαρτιού, ενίοτε αταξινόμητου, και η τύχη τους εναπόκειται στο μεράκι και το πάθος κάποιων πεφωτισμένων νόων. Γιατί, η παραγωγική ανασυγκρότηση τούτου του τόπου -του τόπου που έγινε «κεραυνοκράχτης» για να θυμηθούμε και τον Διονύσιο Σολωμό που σήμερα είναι η επέτειος θανάτου του - οφείλει να είναι συνοδοιπόρος με την επανίδρυση πολιτιστικών και πνευματικών θεσμών που θα ζωογονήσουν την ελληνική περιφέρεια, στην οποία ενίοτε τα όρια ζωής νέων ανθρώπων είναι ένα καφενείο. Και μοναδικές προσλαμβάνουσες ή δίαυλοι επικοινωνίας είναι ο ορυμαγδός της ακατέργαστης πληροφορίας του τάμπλετ, χωρίς πρόσβαση στο βιβλίο είτε λόγω άγνοιας είτε λόγω πενίας. Γιατί, η υλική πενία δεν γεννά μόνο απελπισία αλλά δυστυχώς και πενία πολιτισμού.

Αυτή η κυβέρνηση από τους πρώτους μήνες που ανέλαβε, μέσα σε ασφυκτικό δημοσιονομικό πλαίσιο και σε ζοφερούς καιρούς, κατάφερε να εμπεδώσει και να κάνει νόμο κάποιες αξίες. Στην προηγούμενη κοινοβουλευτική περίοδο του 2015 και μετά από ατέρμονες συζητήσεις χρόνων και μάχες χαρακωμάτων, η ελληνική Βουλή ψήφισε την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας σε παιδιά μεταναστών τα οποία γεννήθηκαν στην Ελλάδα, η πρώτη γλώσσα που μίλησαν ήταν τα ελληνικά, έπαιζαν με τα δικά μας παιδιά και είχαν ορίζοντα ζωής τη χώρα μας. Πράξαμε το αυτονόητο θραύοντας το στερεότυπο της ταύτισης της ιθαγένειας με το δίκαιο του αίματος -ένα στερεότυπο που γέννησε τις μεγαλύτερες θηριωδίες του 20ου αιώνα- και υπενθυμίζοντας ότι Έλληνας και γεννιέσαι και γίνεσαι. Η ιθαγένεια δεν είναι προνόμιο αλλά δικαίωμα. Δεν την απονέμουν οι γραμμές του αίματος αλλά η ισονομία, η ισοπολιτεία και η αξιοπρέπεια ως συντεταγμένες ενός κράτους δικαίου.

Το παρόν, λοιπόν, νομοσχέδιο εξομοιώνει τα ελληνικά σχολεία με εκείνα που μολονότι «μη ελληνικά», ακολουθούν ωστόσο το εκάστοτε ισχύον υποχρεωτικό ελληνικό πρόγραμμα διδασκαλίας πραγματώνοντας τη ρήση του Ισοκράτη, κατά την οποία πιο άξιοι να καλούνται Έλληνες είναι όσοι μετέχουν της ημετέρας παιδείας παρά όσοι έχουν ελληνική καταγωγή. Η περί ης ο λόγος διάταξη δεν θεραπεύει μόνον την ασάφεια μιας διάταξης του Κώδικα ελληνικής ιθαγένειας θωρακίζοντάς τον ακόμη περισσότερο αλλά συνάδει με το όραμα ενός σχολείου ανοικτού, χωρίς κοινωνικούς και φυλετικούς αποκλεισμούς, που καλωσόρισε τα προσφυγόπουλα πραγματώνοντας μια μεγάλη νεωτερική παρακαταθήκη: το δικαίωμά μας να έχουμε δικαιώματα. Μια παρακαταθήκη που αμαύρωσαν προπηλακισμοί δασκάλων και δεκάχρονων παιδιών από νεοναζιστικά τάγματα εφόδου που διαιρούν τους ανθρώπους σε νόμιμους και λαθραίους.

Το όραμα ενός δημοκρατικού σχολείου, ενός σχολείου ισότητας και ποιότητας γίνεται χίμαιρα όταν δεν προφυλάσσει την αξιοπρέπεια του εκπαιδευτικού και τον αφήνει έρμαιο εκβιασμών. Επειδή πολλά ακούστηκαν από τους προηγούμενους ομιλητές για το «πόσο πρόχειρα νομοθετούμε, ότι έχουμε διαλύσει την εκπαίδευση» κ.ο.κ, να θυμίσω το νόμο 4254/2014 του κ. Αρβανιτόπουλου που έκανε τον εκπαιδευτικό αναλώσιμο και θυσιαστέο στην εργοδοτική αυθαιρεσία, ευτέλισε την αξιοπρέπειά του, απορρύθμισε πλήρως το πλαίσιο λειτουργίας των «μη κρατικών εκπαιδευτηρίων», καθιστώντας τα κοινές κερδοσκοπικές επιχειρήσεις με τα συμπαρομαρτούντα, δηλαδή τη καταστρατήγηση της ανεξαρτησίας των εκπαιδευτικών, της αξιοπιστίας των χορηγούμενων τίτλων και την απελευθέρωση των απολύσεων, οι οποίες γίνονταν χωρίς καμία αιτιολόγηση. Το επιστέγασμα βέβαια αυτής της πορείας ήταν η μεταφορά της εποπτείας των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων από το Υπουργείο Παιδείας στο Υπουργείο Εργασίας. Με αυτό το νομοσχέδιο ωστόσο συστήνεται μια ξεχωριστή Διεύθυνση Ιδιωτικής εκπαίδευσης στο Υπουργείο Παιδείας πράττοντας το αυτονόητο και συνταγματικά θεμελιωμένο από την ίδρυση του ελληνικού κράτους: την επαναφορά της ευθύνης λειτουργίας των ιδιωτικών σχολείων στην πολιτεία, την αποκατάσταση της στοιχειώδους κρατικής εποπτείας στην παροχή ενός δημόσιου αγαθού από ιδιωτικούς φορείς, την αιτιολόγηση των απολύσεων από θεσμοθετημένα όργανα, τη θέσπιση δηλαδή ενός κανονιστικού πλαισίου εποπτείας της ιδιωτικής εκπαίδευσης που θα εγγυάται τη λογοδοσία όσων επιχειρηματιών πλήττουν το αγαθό της εκπαίδευσης.

Βεβαίως την ίδια στιγμή αναγνωρίζεται βαθμολογικά η προϋπηρεσία των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στον ιδιωτικό τομέα μετά τη μονιμοποίησή τους. Γιατί στο πάλαι ποτέ προσφιλές σύνθημα «πρώτα ο μαθητής» εμείς απαντούμε πρώτα ο εκπαιδευτικός. Γιατί παιδεία που αξίζει το όνομά της -και αξίζει το όνομά της ως κάτι που δεν έχει τιμή, δεν είναι είδος εμπορεύσιμο και ανταλλάξιμο αλλά αγαθό και αυταξία- προϋποθέτει εξίσου κάτι που δεν έχει τιμή και αυτό είναι η αξιοπρέπεια του δασκάλου.

left.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου