Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

Να μην κυριαρχήσει ο φόβος

του Παύλου Νεράντζη *

Ο φόβος κυριαρχεί απ' άκρου εις άκρον στις Βρυξέλλες.

Λίγες ώρες μετά τη νέα τρομοκρατική επίθεση τζιχαντιστών, δημόσιες συγκοινωνίες ακινητοποιήθηκαν, πτήσεις ακυρώθηκαν, δημόσια κτίρια εκκενώθηκαν, καταστήματα, σχολεία,
μουσεία έκλεισαν, ο κόσμος μετά από εκκλήσεις των αρχών, κλείστηκε στα σπίτια του.

Η Ευρώπη για άλλη μια φορά δέχθηκε ένα βαρύ χτύπημα στην καρδιά της. Κι αυτό παρά τα πρόσθετα δρακόντεια μέτρα ασφαλείας σε αεροδρόμια, λιμάνια, σιδηροδρομικούς σταθμούς, μετρό, δημόσιους χώρους.

Ήταν ένα βαρύτατο πλήγμα κατά της Γηραιάς Ηπείρου ελάχιστα μόλις εικοσιτετράωρα μετά τις θριαμβολογίες του Βέλγου πρωθυπουργού για τη σύλληψη του υπ' αριθμόν ένα καταζητούμενου τρομοκράτη, του 26χρονου Σαλάχ Αμπντελσλάμ, που θεωρείται υπεύθυνος για το μακελειό της 13ης Νοεμβρίου 2015 στο Παρίσι.

Γεγονός που αν μη τι άλλο δείχνει αφενός την ύπαρξη ενός δικτύου δράσης τζιχαντιστών και αφετέρου τημικρή αποτελεσματικότητα των μέτρων ασφαλείας, που συνοδεύονται από λόγια κενά περιεχομένου. Θα το πω ευθέως. Η Ευρώπη φάνηκε -και εξακολουθεί να φαίνεται- αδύναμη να αντιμετωπίσει την τρομοκρατία.

Αυτό άλλωστε θέλουν να πετύχουν οι τζιχαντιστές: επικαλούμενοι τις συνέπειες των στρατιωτικών επεμβάσεων των Ηνωμένων Πολιτειών, της Βρετανίας, της Γαλλίας και των συμμάχων τους, επιχειρούν να σπείρουν το φόβο, τον τρόμο σε Ανατολή και Δύση.

Τα περιοριστικά μέτρα που συνοδεύονται από την εμφάνιση πάνοπλων αστυνομικών και στρατιωτών στους δρόμους των Βρυξελλών και του Παρισιού εξυπηρετεί μεν επικοινωνιακά τις κυβερνήσεις και ενδέχεται να καθησυχάζει τους πολίτες, αλλά επί της ουσίας είναι αμφίβολο αν συμβάλουν στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Διότι οι επιθέσεις αυτοκτονίας είναι «τυφλά χτυπήματα» που μπορούν να γίνουν σε ανύποπτο χρόνο και οπουδήποτε, χωρίς κανένα ιδιαίτερο σχεδιασμό. Αρκεί ο καμικάζι να έχει τα απαραίτητα εκρηκτικά, λίγες γνώσεις για το στόχο και χρόνο για να προετοιμαστεί. Αυτό έδειξαν οι επιθέσεις και στις δύο ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Από την άλλη πλευρά η επισήμανση προερχόμενη κυρίως από την Αριστερά ότι για «όλα φταίνε οι πόλεμοι που προκαλεί η Δύση, άρα πρέπει να αλλάξουν οι πολιτικές της και να σταματήσουν οι επεμβάσεις» είναι ορθή.

Πρέπει να σταματήσουν οι ξένες επεμβάσεις, να οικοδομηθεί η ειρήνευση, να απογκετοποιηθούν οι νέοι που δεν έχουν μοίρα στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Οι διεκδικήσεις αυτές, ωστόσο, δεν λύνουν άμεσα το πρόβλημα. Ενίοτε μάλιστα ενδέχεται να εφησυχάζουν συνειδήσεις, αναθεματίζοντας το κακό τη στιγμή που δεκάδες, εκατοντάδες άνθρωποι δίπλα μας, ανύποπτοι πολίτες, χάνουν τη ζωή τους.

Συνεπώς τι μπορεί να γίνει;

Σύμφωνα με το «αισιόδοξο» σενάριο η τρομοκρατία προς το παρόν δρα μόνο στο Βέλγιο, στη Γαλλία και τη Βρετανία, στην οποία ο αριθμός των μαχητών του ISIS, όπως αναφέρει η ΜΙ5, υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες. Ο Βέλγος αραβολόγος και συγγραφέας Πίτερ βαν Οστάγεν αναφέρει ότι η χώρα του έχει το μεγαλύτερο αριθμό τζιχαντιστών σε σχέση με τον πληθυσμό της. Περίπου ένας ανά 1.260 κατοίκους του Βελγίου συμμετέχει ή έχει πολεμήσει στο πλευρό του ISIS σε Συρία και Ιράκ. Το Βέλγιο, αναφέρει ο Οστάγεν, «είναι μακράν, κατά κεφαλήν, το ευρωπαϊκό έθνος με τους περισσότερους ξένους μαχητές στο συριακό πόλεμο».

Η Γαλλία έχει ανάλογο πρόβλημα με τους δικούς της τζιχαντιστές, τα δικά της παιδιά, που εκκολάπτονται στις υποβαθμισμένες συνοικίες του Παρισιού, χωρίς κανείς να νοιάζεται για αυτά τη στιγμή που η κυβέρνηση προετοιμάζει με σύμμαχες χώρες νέα επέμβαση στη Λιβύη.

Θα ήταν, ωστόσο, μέγα λάθος να θεωρηθεί ότι το πρόβλημα δεν αφορά στην υπόλοιπη Ευρώπη, ότι είναι εσωτερικό ζήτημα ασφάλειας του Βελγίου, της Γαλλίας ή/και της Βρετανίας. Διότι -κι αυτό είναι το «απαισιόδοξο» σενάριο- το δίκτυο των τζιχαντιστών εξαπλώνεται και σε άλλες χώρες. Ήδη ακροδεξιές δυνάμεις σε όλη τη Γηραιά Ήπειρο, επικαλούμενες την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, καλλιεργούν το έδαφος για να μετατρέψουν τον εύλογο φόβο σε μισαλλοδοξία κατά των μη χριστιανικών πληθυσμών και εσχάτως κατά των προσφύγων, «στους κόλπους των οποίων έχει διεισδύσει ο ISIS».

Δεν είναι καθόλου τυχαία η άνοδος της Λεπέν στη Γαλλία, που ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2017, χτυπά την πόρτα του Μεγάρου των Ηλυσίων. Στις 10 Φεβρουαρίου μετά από μακρά συζήτηση και έντονες αντιπαραθέσεις, με 317 ψήφους υπέρ και 199 κατά, η γαλλική Εθνοσυνέλευση ενέκρινε την αναθεώρηση του Συντάγματος με την εισαγωγή δύο άρθρων, ενός που αφορά στην κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης και ενός άλλου για την αφαίρεση της εθνικότητας από όσους έχουν καταδικαστεί για εγκλήματα κατά του έθνους. Η αναφορά σε όσους Γάλλους πολίτες έχουν διπλή εθνικότητα και έμμεσα στους ύποπτους για τρομοκρατία είναι σαφής.

Ο Φρανσουά Ολάντ επιχείρησε να ενώσει τους Γάλλους στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, κατά των εγχώριων τζιχαντιστών, αλλά τόσο αυτός όσο και ο Νικολά Σαρκοζί ηττήθηκαν. Σοσιαλιστές και συντηρητικοί διχάστηκαν, το ίδιο η κυβέρνηση και η γαλλική κοινή γνώμη. Η δημιουργία απάτριδων έρχεται σε σύγκρουση με διεθνείς συμβάσεις, γιατί, όπως είπε ο Γάλλος υπουργός Οικονομίας, Εμανουέλ Μακρόν «δεν μπορεί ν΄ αντιμετωπιστεί το κακό, (δηλαδή η τρομοκρατία) διώχνοντάς το από τη διεθνή κοινότητα». Για τον ίδιο λόγο παραιτήθηκε η υπουργός Δικαιοσύνης Κριστιάν Ταμπιρά, ενώ η αριστερά διαφώνησε με τον διαχωρισμό των Γάλλων σε «γνήσιους» και «έχοντες διπλή εθνικότητα» ύποπτους για τρομοκρατία.

Δεν είναι επίσης καθόλου τυχαίες οι επιθέσεις νεοναζιστών σε πρόσφυγες και μετανάστες στη Γερμανία. Για τη στάση των χωρών του Βίσεγκραντ έναντι των προσφυγικών ροών σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που υποτίθεται ότι λειτουργεί βάση κανόνων και κοινών αποφάσεων δεν ευθύνονται μόνο οι ακροδεξιές κυβερνήσεις τους.

Οι τζιχανιστές στρέφονται δήθεν κατά του ιμπεριαλισμού και των «άπιστων δυτικών», αλλά το μόνο που πετυχαίνουν είναι να στρέφουν πολιτικές ηγεσίες και απλούς πολίτες προς την ακροδεξιά, σε λύσεις που περιορίζουν τη δημοκρατία.

Τα τρομοκρατικά χτυπήματα δίνουν τροφή, ή καλύτερα χρησιμοποιούνται ως άλλοθι από συντηρητικές κυβερνήσεις για να επιβάλουν περιοριστικά μέτρα. Το νομικό οπλοστάσιο της κυβέρνησης Μπους τζούνιορ μετά την 11η Σεπτεμβρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες και η εισβολή στο Αφγανιστάν, που είχαν αντιμετωπιστεί με σκεπτικισμό από ορισμένους Ευρωπαίους ηγέτες, σήμερα φαντάζουν μακρινό παρελθόν.

Όπως στην προϊστορία ανήκει το σκάνδαλο με τις παράνομες πτήσεις της CIA σε ευρωπαϊκό έδαφος. Σήμερα καμία κυβέρνηση δεν φέρνει αντίρρηση στη λήψη σκληρότερων μέτρων για την αντιμετώπιση των τζιχαντιστών.

Το μόνο που προς το παρόν μπορεί να γίνει είναι να μην αφήσουμε να κυριαρχήσει ο φόβος, ο τρόμος.

Αλλά και να αντιταχθούμε στον περαιτέρω περιορισμό των ατομικών ελευθεριών. Η ισορροπία ανάμεσα στην αίσθηση ασφάλειας και στο σεβασμό συνταγματικά κατοχυρωμένων ελευθεριών και δικαιωμάτων δεν είναι εύκολη υπόθεση.

* Ο Παύλος Νεράντζης είναι δημοσιογράφος και ντοκιμενταρίστας. Διετέλεσε Διευθυντής στην ΕΡΤ3 και ανταποκριτής στην Ελλάδα για 35 χρόνια της ιταλικής εφημερίδας Il Manifesto.

στο κόκκινο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου