Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

Το Μοσχάτο και ο Ταύρος στη Νέα Εποχή: "Νέα Κατάσταση - Νέα Καθήκοντα"



Η ψήφιση του νόμου "Κλιεσθένης 1" πριν λίγες μέρες αποτελεί αντικειμενικά σταθμό για την Τοπική Αυτοδιοίκηση (θετικό ή αρνητικό ανάλογα την πολιτική οπτική του καθενός).

Όλοι, από Κυβέρνηση μέχρι ΚΕΔΕ, είχαν διαπιστώσει τα αδιέξοδα και πρότειναν (ο καθείς με την δική του πολιτική λογική) την αλλαγή του κράτους.

Και αυτό δεν έγινε από ιδεολογικές αγκυλώσεις, αλλά από ανάγκη αφού:

Η χώρα μας το 2010 ουσιαστικά χρεοκόπησε, καθώς δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει την παγκόσμια οικονομική κρίση, που ξεκίνησε με την χρεοκοπία της τράπεζας Λήμαν μπράδερς το 2008.

Ωστόσο η πορεία είχε διαγραφεί πολύ νωρίτερα.

Η Ελλάδα εισερχόμενη στην περίοδο της παγκοσμιοποίησης τη δεκαετία του 1980 βρέθηκε απροετοίμαστη από νεοφιλελεύθερη πολιτική επιλογή των τότε κυβερνήσεων και της Ε.Ε που ευνοούσαν το πολυεθνικό χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και αντιμετώπισε αποβιομηχάνιση με χαρακτηριστικό παράδειγμα την περιοχή της οδού Πειραιώς, οξείες κοινωνικές ανισότητες και σοβαρές περιφερειακές ανισότητες, καθώς δασμολογικοί και μη δασμολογικοί δασμοί μειώνονταν σταθερά. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση ακόμα κι αν διαπίστωνε το πρόβλημα δεν θέλησε ή δεν κατάφερε να παρέμβει.

Με την είσοδο στο ευρώ η χώρα μας έχασε την δυνατότητα χρήσης της συνήθους πολιτικής της ύστατης καταφυγής - της υποτίμησης του νομίσματός της. Μια πολιτική βέβαια που συνήθως έπληττε τις ασθενέστερες οικονομικές κοινωνικές ομάδες.

Ένα αναπτυξιακό μοντέλο κυριάρχησε, που στηριζόταν κυρίως σε μεγάλα έργα υποδομής από διαπλεκόμενους με το κράτος εθνικούς εργολάβους και σε φτηνό δανεισμό.

Εδώ στην περιοχή μας το ξέρουμε καλά από την περίοδο των έργων των Ολυμπιακών Αγώνων, αφού τα Ολυμπιακά ακίνητα ακόμα χάσκουν αναξιοποίητα, αν και έχουν περάσει δέκα πέντε χρόνια από τότε. Το ποιοι τότε έθεταν στον δημόσιο διάλογο τα προβλήματα, που δημιουργούνταν και ποιοι αγωνίστηκαν για τον περιορισμό τους, είναι γνωστό στους κατοίκους της περιοχής, όταν άλλοι ανακάλυπταν την "νέα μεγάλη ιδέα".

Αυτό το μοντέλο λοιπόν ήταν σχεδόν απίθανο να ανατρέψει την δυναμική των πραγμάτων μετά το 2008, πόσο μάλλον να αντιμετωπίσει το μακροχρόνιο έλλειμμα παραγωγικότητας της οικονομίας. Η "μονοκαλλιέργεια" των μονάδων εστίασης ως παραγωγικό μοντέλο στο Μοσχάτο είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του μακροχρόνιου αυτού ελλείμματος , ενώ σε ένα μεγάλο τμήμα του Δήμου υπάρχει βιομηχανική και βιοτεχνική σχολάζουσα περιουσία, που αναζητά την μορφή χρήσης της στην μεταβιομηχανική εποχή.

Για κάποιο χρονικό διάστημα το πρόβλημα του ισοζυγίου πληρωμών κρυβόταν χάρη στις εισροές κεφαλαίων από τα εμβάσματα, τη ναυτιλία, τον τουρισμό και τα κεφάλαια των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών ταμείων. Το αυξημένο δημοσιονομικό έλλειμμα και ένα υψηλό χρέος ήταν το αποτέλεσμα διαδοχικών προσπαθειών των κυβερνήσεων να μετριάσουν τις συνέπειες ενός εσφαλμένου μοντέλου ανάπτυξης, με συνεχή και όλο αυξανόμενο δανεισμό σε συνδυασμό με κακή δημοσιονομική διαχείριση και έλεγχο. Τα ελεγχόμενα αυτή την περίοδο σκάνδαλα κακοδιαχείρισης δημοσίου χρήματος είναι χαρακτηριστικά. Δήμος της Αττικής ρύθμισε τα χρέη του ως το 2300 μ.χ. Εξαιτίας αυτών η χώρα μας εισήλθε στην κρίση με σοβαρές εσωτερικές και εξωτερικές ανισορροπίες.

Μέρος του προβλήματος ήταν ότι με ευθύνη του πολιτικού συστήματος η Ελλάδα δεν ανέπτυξε ικανότητα συλλογικής σκέψης σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο για να μπορέσει να ανταποκριθεί σε αυτές τις προκλήσεις. Τα κόμματα του αστισμού, αρχηγικά ως προς την διάρθρωση τους , δεν άφηναν περιθώριο για διάλογο και σύνθεση. Το μοντέλο αυτό μετέφεραν και στην τοπική αυτοδιοίκηση με συγκεντρωτισμό γύρω από το πρόσωπο του εκάστοτε περιφερειάρχη και δημάρχου.

Υπό αυτές τις συνθήκες δεν υπήρξε ποτέ μια συντονισμένη προσπάθεια διαμόρφωσης μιας στρατηγικής ανάπτυξης για την κινητοποίηση τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημόσιου τομέα για την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας σε εθνικό και τοπικό επίπεδο και για να διασφαλίσει ότι η υψηλή -αν και φούσκα όπως αποδείχτηκε- ανάπτυξη μπορούσε να αφορά τους πολλούς και όλες τις περιοχές της χώρας. Ακόμα και ο Δήμος μας χαρακτηρίζεται από τέτοιες ανισότητες αφού το Μοσχάτο γνώρισε μια μεγάλη ανάπτυξη real estate και ο Ταύρος αντιμετωπίστηκε ως η πίσω αυλή της Αθήνας με ότι χρήσεις περίσσευαν από μια επίπλαστη βιτρίνα ανάπτυξης. Η όποια στρατηγική ανάπτυξης εκπονηθεί για τον δήμο μας δεν μπορεί παρά να ξεκινά από την στρατηγική περιορισμού των ανισοτήτων μεταξύ Μοσχάτου και Ταύρου.

Οι συζητήσεις και οι διαπιστώσεις έχουν γίνει και στο παρελθόν, αλλά οι όποιες απόπειρες αντιμετώπισης αυτού του προβλήματος βασίστηκαν σε ένα πελατειακό πολιτικό σύστημα, σε ένα γραφειοκρατικό δημόσιο τομέα και σε ένα ιδιωτικό τομέα που επικεντρωνόταν περισσότερο στην εκμετάλλευση των σχέσεων του με το κράτος και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και επομένως απέτυχαν να οδηγήσουν σε κάποια συγκεκριμένη πρόταση στρατηγικής ανάπτυξης.

Η επιστροφή σε αυτό το παρελθόν μετά την έξοδο από τα μνημόνια τον Αύγουστο 2018 απαγορεύεται αυστηρά στο όνομα των θυσιών του λαού.

Η δίκαιη ανάπτυξη σε αντιδιαστολή με την ανάπτυξη φούσκα του κρατικοδίαιτου χρηματοκατασκευαστικού κεφαλαίου που περιγράψαμε, είναι το μεγάλο στοίχημα της νέας περιόδου.


Για να είναι όμως δίκαιη η ανάπτυξη το νέο παραγωγικό μοντέλο οφείλει να έχει οικολογικά και κοινωνικής δικαιοσύνης χαρακτηριστικά και κυρίως να είναι αποτέλεσμα μιας στρατηγικής για την ανάπτυξη, που στη διαμόρφωση της να έχει συμβάλλει η κοινωνία με τις συλλογικές της εκπροσωπήσεις θεσμικές και άτυπες.

Αν το πολιτικό διακύβευμα το 2014 ήταν να σώσουμε ότι ήταν δυνατόν να σωθεί από την χρεοκοπία, το 2019 προτάσσει την ανάγκη να γίνει ο Δήμος θεσμός, που θα συμβάλει στην ανάπτυξη. Αυτό προϋποθέτει την ήττα της συντηρητικής λογικής, που κυριαρχεί την δημοτική πλειοψηφία.

Πώς το έλεγαν παλαιότερα: "Νέα κατάσταση - Νέα καθήκοντα".


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου